48 αποτελέσματα για «占»

占める しめる N3

ρήμα

  1. 01 αποτελώ, αντιπροσωπεύω, καταλαμβάνω
  2. 02 καταλαμβάνω (έναν τόπο, θέση κ.λπ.), κατέχω (έναν βαθμό, μια θέση κ.λπ.)
  3. 03 απασχολώ (το μυαλό, την καρδιά κ.λπ.), βαραίνω (το μυαλό), κυριεύω (π.χ. την καρδιά)
  4. 04 κερδίζω, αποκτώ, εξασφαλίζω
占領 せんりょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάληψη, αποκλειστική κατοχή (μιας περιοχής)
  2. 02 στρατιωτική κατοχή, κατάληψη, δέσμευση
占い うらない

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία, πρόβλεψη μέλλοντος
  2. 02 μέντιουμ, μάντης
占拠 せんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάληψη, η πράξη του να αποκτά και να διατηρεί κάποιος τον αποκλειστικό έλεγχο (ενός χώρου)
占う うらなう N2

ρήμα

  1. 01 λέω τη μοίρα κάποιου, μαντεύω (το μέλλον)
  2. 02 προβλέπω, προοιωνίζομαι
占い師 うらないし

ουσιαστικό

  1. 01 μάντης, χαρτορίχτρα, αστρολόγος
占有 せんゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατοχή, κατάληψη, ιδιοκατοίκηση
占星術 せんせいじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 αστρολογία
占術 せんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία, χαρτομαντεία, μαντικός
占領地 せんりょうち

ουσιαστικό

  1. 01 κατεχόμενη περιοχή
占領下 せんりょうか

ουσιαστικό

  1. 01 υπό στρατιωτική κατοχή
占領軍 せんりょうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατεύματα κατοχής, στρατός κατοχής
占星術師 せんせいじゅつし

ουσιαστικό

  1. 01 αστρολόγος
占有権 せんゆうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα νομής
占む しむ

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω, κατέχω, κυριαρχώ, αποτελώ ποσοστό
占領地域 せんりょうちいき

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη κατοχής
占者 せんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μαντέας, χαρτορίχτρα, προφήτης
占星学 せんせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 αστρολογία
占有者 せんゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοχος, ένοικος, καταληψίας
占有率 せんゆうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό κατοχής, μερίδιο (π.χ. αγοράς)