118 αποτελέσματα για «収»

収まる おさまる N1

ρήμα

  1. 01 χωράω, ταιριάζω, περιλαμβάνομαι, εντάσσομαι (π.χ. σε προϋπολογισμό)
  2. 02 εγκαθίσταμαι, τοποθετούμαι, επανέρχομαι (στην αρχική θέση)
  3. 03 εγκαθίσταμαι (σε θέση), αναλαμβάνω (θέση), κατέχω (ρόλο)
  4. 04 παραδίδομαι, πληρώνομαι (π.χ. φόροι)
  5. 05 διευθετούμαι, λύνομαι (π.χ. διαφωνία), κοπάζω (π.χ. άνεμος), ηρεμώ, υποχωρώ
  6. 06 ικανοποιούμαι (π.χ. με απάντηση), συναινώ, συμφωνώ
収める おさめる N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 βάζω (μέσα), τοποθετώ (μέσα), αποθηκεύω, επαναφέρω (στη θέση του)
  2. 02 συμπεριλαμβάνω (σε ανθολογία, κατάλογο κ.λπ.), περιέχω, δημοσιεύω (σε), αποτυπώνω (σε φιλμ)
  3. 03 επιτυγχάνω (αποτελέσματα, επιτυχία κ.λπ.), αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, αποκομίζω (κέρδος)
  4. 04 πληρώνω (τέλη, φόρους κ.λπ.), παραδίδω, προμηθεύω
  5. 05 δέχομαι (δώρο ή χρήματα)
  6. 06 διατηρώ (εντός ορίου)
  7. 07 προσφέρω (σε ιερό, θεότητα κ.λπ.), αφιερώνω
  8. 08 υποτάσσω, καταστέλλω, διευθετώ
  9. 09 τελειώνω, ολοκληρώνω, περατώνω, φέρνω σε πέρας
収穫 しゅうかく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκομιδή, σοδειά, συλλογή
  2. 02 καρποί (των κόπων), κέρδος, αποτέλεσμα, αποδόσεις
  3. 03 αλιεύματα, θήραμα, λεία
収入 しゅうにゅう N3

ουσιαστικό

  1. 01 εισόδημα, κέρδη, έσοδα, εισπράξεις
収集 しゅうしゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλέγω, συγκεντρώνω
  2. 02 συλλογή (έργων τέχνης, γραμματοσήμων, εντόμων κ.λπ.)
  3. 03 αποκομιδή απορριμμάτων, συλλογή σκουπιδιών
収納 しゅうのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση, τακτοποίηση
  2. 02 είσπραξη (κεφαλαίων, πληρωμής κ.λπ.)
  3. 03 συγκομιδή
収束 しゅうそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάληξη, επίλυση, τακτοποίηση (π.χ. μιας διαφοράς), επαναφορά στην κανονικότητα
  2. 02 συγκέντρωση και δέσμευση
  3. 03 σύγκλιση
  4. 04 εστίαση (φωτός), σύγκλιση
収容 しゅうよう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στέγαση, φιλοξενία, υποδοχή, εισαγωγή (ασθενών, μαθητών, κ.λπ.)
  2. 02 φυλάκιση, κράτηση, εγκλεισμός
  3. 03 συμπερίληψη (π.χ. λέξεων σε λεξικό), προσθήκη
収縮 しゅうしゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συστολή, σμίκρυνση, συρρίκνωση, στένωση, αποπληθωρισμός
収拾 しゅうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, επιβολή ελέγχου, διευθέτηση (ζητήματος), τακτοποίηση
収録 しゅうろく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταγραφή (σε βιβλίο, πρακτικά κ.λπ.), εκτύπωση, συμπερίληψη
  2. 02 εγγραφή (ήχου ή βίντεο)
収益 しゅうえき N1

ουσιαστικό

  1. 01 κέρδη, έσοδα, αποδόσεις, εισόδημα
収穫祭 しゅうかくさい

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή συγκομιδής
収まり おさまり

ουσιαστικό

  1. 01 συμπέρασμα, λήξη, διευθέτηση
  2. 02 ισορροπία, αρμονία, ταίριασμα
収監 しゅうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυλάκιση, εγκλεισμός
収容所 しゅうようじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος στέγασης, κέντρο κράτησης, στρατόπεδο εγκλεισμού, στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου, στρατόπεδο συγκέντρωσης, στρατόπεδο προσφύγων, άσυλο
収入源 しゅうにゅうげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή εισοδήματος
収支 しゅうし N1

ουσιαστικό

  1. 01 έσοδα και έξοδα
収拾がつかなくなる しゅうしゅうがつかなくなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγαίνω εκτός ελέγχου, γίνομαι ανεξέλεγκτος, παίρνω ανεξέλεγκτες διαστάσεις
収斂 しゅうれん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στυπτικότητα, συστολή, σύσπαση
  2. 02 συλλογή (π.χ. απόψεων), συγκέντρωση, σύνοψη
  3. 03 είσπραξη (φόρων)
  4. 04 σύγκλιση (φωτός)
  5. 05 σύγκλιση
  6. 06 σύγκλιση