518 αποτελέσματα για «外»

そと N5

ουσιαστικό

  1. 01 έξω, εξωτερικός
  2. 02 ύπαιθρος (αέρας), ανοιχτός χώρος
  3. 03 αλλού, σε άλλο μέρος, εκτός της ομάδας κάποιου (π.χ. οικογένειας, εταιρείας)
外す はずす N3

ρήμα

  1. 01 αφαιρώ, βγάζω, αποσυνδέω, λύνω, ξεκουμπώνω
  2. 02 αποκλείω, απομακρύνω (π.χ. από θέση), διώχνω, αποβάλλω
  3. 03 φεύγω, απομακρύνομαι, βγαίνω έξω, ξεφεύγω
  4. 04 αποφεύγω, διαφεύγω, παρακάμπτω (π.χ. μια ερώτηση, ένα χτύπημα, την αιχμή της σεζόν)
  5. 05 αστοχώ, χάνω (π.χ. στόχο, ευκαιρία, χτύπημα)
  6. 06 κάνω λάθος, αστοχώ, κρίνω λανθασμένα, υπολογίζω λάθος
外れる はずれる N3

ρήμα

  1. 01 αποσυνδέομαι, βγαίνω από τη θέση μου, φεύγω, είμαι εκτός (π.χ. λειτουργίας, ταχύτητας)
  2. 02 αστοχώ, πέφτω έξω (π.χ. σε πρόβλεψη, σε προσδοκία), δεν κερδίζω (π.χ. σε λοταρία)
  3. 03 αφαιρούμαι, απομακρύνομαι, αποκλείομαι
  4. 04 έρχομαι σε αντίθεση, αντιβαίνω, πηγαίνω κόντρα
がい

επίθημα

  1. 01 έξω από, πέρα από, εκτός
外出 がいしゅつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος, βόλτα, αποχώρηση (από το σπίτι, το γραφείο κ.λπ.)
外見 がいけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική εμφάνιση, όψη
外部 がいぶ N2

ουσιαστικό

  1. 01 έξω (π.χ. από ένα κτίριο), εξωτερικό
  2. 02 εκτός (ομάδας, εταιρείας κ.λπ.), εξωτερικός κόσμος
外国 がいこく N5

ουσιαστικό

  1. 01 ξένη χώρα
外側 そとがわ

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός, πλευρικός, πλάγιος
外国人 がいこくじん N5

ουσιαστικό

  1. 01 αλλοδαπός, ξένος πολίτης, υπήκοος ξένου κράτους, αλλοεθνής, μη Ιάπωνας
外套 がいとう

ουσιαστικό

  1. 01 παλτό, πανωφόρι, μανδύας, κάπα
外壁 がいへき

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός τοίχος
外れ はずれ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, όριο, άκρο, κορυφή, παρυφές
  2. 02 αποτυχία, αστοχία, άκυρο (π.χ. λαχείο)
外観 がいかん N1

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική εμφάνιση, εξωτερική όψη, εξωτερική εικόνα, εμφάνιση
外交 がいこう N3

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματία
  2. 02 πωλήσεις από πόρτα σε πόρτα, προσέγγιση πελατών
外道 げどう

ουσιαστικό

  1. 01 τιρθίκα, μη βουδιστικές διδασκαλίες, μη βουδιστικός
  2. 02 ετεροδοξία, ανορθοδοξία, αίρεση, αιρετικός
  3. 03 δαίμονας, διάβολος, κακόβουλο πνεύμα, κτήνος, άθλιος
  4. 04 είδος ψαριού που δεν ήταν στους αρχικούς σκοπούς του ψαρέματος
外界 がいかい

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός κόσμος
  2. 02 φυσικός κόσμος
外傷 がいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός τραυματισμός, εξωτερικό τραύμα, κάκωση, (σωματικό) τραύμα
外気 がいき

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριος αέρας, εξωτερικός αέρας
外周 がいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική περίμετρος, περίμετρος
  2. 02 περίχωρα, περιφέρεια