22 αποτελέσματα για «尽»

尽くす つくす N1

ρήμα, επίθημα

  1. 01 χρησιμοποιώ όλο, εξαντλώ, μου τελειώνει
  2. 02 αφοσιώνομαι, κάνω ό,τι μπορώ, υπηρετώ, εργάζομαι (για έναν σκοπό)
  3. 03 κάνω μέχρι εξάντλησης, κάνω πλήρως, ολοκληρώνω
尽きる つきる N1

ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι, τελειώνω, καταναλώνομαι, φτάνω στο τέλος
尽力 じんりょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσπάθειες, καταβολή κόπου, ενδοιασμός, βοήθεια, υπηρεσίες
じん

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία ημέρα του μήνα
尽くし づくし

επίθημα

  1. 01 κάθε λογής, κάθε είδους
尽くめ ずくめ

επίθημα

  1. 01 εντελώς, ολοκληρωτικά, όλα, τίποτα άλλο παρά
尽き果てる つきはてる

ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι
尽かす つかす

ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ ολοκληρωτικά, αναλώνω, εξαντλώ
  2. 02 εξαντλώ την υπομονή κάποιου, απογοητεύομαι (από κάποιον), παραιτούμαι από κάποιον
尽滅 じんめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξολόθρευση, εκμηδένιση
尽忠報国 じんちゅうほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 αφοσίωση και πατριωτισμός
尽瘁 じんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφιερώνω όλο μου το είναι σε
尽く ずく

επίθημα

  1. 01 βασίζομαι αποκλειστικά σε..., χρησιμοποιώ μόνο...
  2. 02 με μοναδικό σκοπό το...
  3. 03 βασισμένος σε (αμοιβαία συναίνεση, κ.λπ.)
尽未来際 じんみらいさい

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 για πάντα, μέχρι το τέλος του χρόνου, αιώνια
尽忠 じんちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφοσίωση
尽未来 じんみらい

ουσιαστικό

  1. 01 αιωνίως, για πάντα
尽日 じんじつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας
  2. 02 τελευταία ημέρα του μήνα, τελευταία ημέρα του έτους, παραμονή Πρωτοχρονιάς
尽れる すがれる

ρήμα

  1. 01 μαραίνομαι (κυρίως για φυτά καθώς πλησιάζει ο χειμώνας), εξασθενώ, συρρικνώνομαι
  2. 02 περνώ την ακμή μου, αρχίζω να φθείρομαι, αρχίζω να παρακμάζω
尽きない つきない

επίθετο

  1. 01 ατέρμονος, ανεξάντλητος
尽きせぬ つきせぬ

άλλο

  1. 01 αιώνιος, ατέρμονος, ατέλειωτος, διαρκής
尽数 じんすう

ουσιαστικό

  1. 01 πεπερασμένο δεκαδικό ψηφίο, τερματίζων δεκαδικός αριθμός