11 αποτελέσματα για «屯»

たむろ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκέντρωση, μέρος όπου συγκεντρώνονται άνθρωποι
  2. 02 αστυνομικό τμήμα, καταυλισμός, στρατώνας
屯所 とんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικός σταθμός, φυλάκιο, στρατώνας
  2. 02 αστυνομικό τμήμα (πρώιμη περίοδος Μέιτζι)
屯する たむろする

ρήμα

  1. 01 συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι, αράζω
  2. 02 παρατάσσομαι (στρατεύματα), σταθμεύω, στρατοπεδεύω
屯田兵 とんでんへい

ουσιαστικό

  1. 01 γεωργοί στρατιώτες, έποικοι
屯田 とんでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποικισμός
屯営 とんえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτικό στρατόπεδο, στρατώνες, καταυλισμός
屯う たむろう

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι, αράζω
屯食 とんじき

ουσιαστικό

  1. 01 τοντζίκι, μπάλα από γλουτινώδες ρύζι σε σχήμα αυγού (περιόδους Χεϊάν, Καμακούρα), δίσκος ή δοχείο για το σερβίρισμα μπάλων ρυζιού
トン

ουσιαστικό

  1. 01 τόνος (ειδικότερα ο μετρικός τόνος, δηλαδή 1000 κιλά)
屯す たむろす

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι, αράζω
  2. 02 παρατάσσομαι (στρατεύματα), στρατοπεδεύω, διαμένω σε στρατώνες
  1. 01 στρατώνας
  2. 02 αστυνομικός σταθμός
  3. 03 καταυλισμός, στρατόπεδο
  4. 04 τόνος