10 αποτελέσματα για «嵌»

嵌める はめる

ρήμα

  1. 01 προσαρμόζω (π.χ. ένα τζάμι σε πλαίσιο), εισάγω (π.χ. έναν φελλό), κουμπώνω (ένα κουμπί)
  2. 02 φοράω (κάτι που περιβάλλει, π.χ. ένα δαχτυλίδι, γάντια), περνάω (ένα στεφάνι) γύρω από, προσαρμόζω (π.χ. έναν εύκαμπτο σωλήνα σε βρύση)
  3. 03 κατατάσσω (σε μια συγκεκριμένη κατηγορία), αναγκάζω (να μπει σε καλούπι), επιβάλλω (περιορισμούς)
  4. 04 παγιδεύω, εξαπατώ (κάποιον), στήνω (κάποιον), ξεγελάω
  5. 05 ρίχνω μέσα
  6. 06 κάνω σεξ, γαμάω
嵌まる はまる

ρήμα

  1. 01 ταιριάζω, μπαίνω μέσα, προσαρμόζομαι (π.χ. πόρτα με παράθυρο)
  2. 02 είμαι κατάλληλος για (εργασία κ.λπ.), ταιριάζω, ικανοποιώ (συνθήκες)
  3. 03 πέφτω μέσα, βυθίζομαι, κολλάω, εγκλωβίζομαι
  4. 04 εξαπατώμαι, την πατάω, πέφτω σε παγίδα
  5. 05 εθίζομαι, παρασύρομαι, ξετρελαίνομαι, κολλάω με κάτι
嵌め込み はめこみ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή, ένθετο
  2. 02 εμβύθιση
嵌入 かんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εφαρμογή, ένθετο, σύνδεση με εγκοπή
嵌合 はめあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συναρμογή, ταίριασμα (π.χ. παξιμαδιών και κοχλιών), προσαρμογή
嵌張 カンチャン

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή για το ενδιάμεσο πλακίδιο σε μια ακολουθία (καντσάν)
嵌め木細工 はめきざいく

ουσιαστικό

  1. 01 ένθετη ξυλουργική
嵌張待ち カンチャンまち

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή για το ενδιάμεσο πλακίδιο μιας ακολουθίας τριών (καντσάν μάτσι), το οποίο ολοκληρώνει το χέρι του παίκτη
嵌頓 かんとん

ουσιαστικό

  1. 01 περίσφιξη (π.χ. κήλης), στραγγαλισμός
  1. 01 μπαίνω
  2. 02 βουτάω
  3. 03 ενθέτω