70 αποτελέσματα για «巻»

巻き込む まきこむ

ρήμα

  1. 01 τυλίγω, περιτυλίγω, συμπαρασύρω, απορροφώ
  2. 02 εμπλέκω, αναμειγνύω, παρασύρω
巻く まく N3

ρήμα

  1. 01 τυλίγω, περιελίσσω, κουλουριάζω, φοράω (π.χ. τουρμπάνι, κασκόλ)
  2. 02 περιβάλλω, καλύπτω, σκεπάζω
  3. 03 υπερκεράζω, πλαγιοκοπώ, παρακάμπτω, αποφεύγω
  4. 04 συνδέω (στίχους)
  5. 05 προχωράω (π.χ. τρεις ώρες), μετακινώ νωρίτερα, ανεβάζω
かん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 τόμος (βιβλίου), μπομπίνα (ταινίας)
  2. 02 κύλινδρος, ειλητάριο (βιβλίων ή πινάκων), ρολό (χαρτί, κλπ.)
巻き上げる まきあげる

ρήμα

  1. 01 τυλίγω, ανασηκώνω, ανεβάζω
  2. 02 αφαιρώ, υπεξαιρώ (π.χ. χρήματα από κάποιον)
  3. 03 σηκώνω (σκόνη)
巻きつける まきつける

ρήμα

  1. 01 τυλίγω γύρω, περιτυλίγω, περιελίσσω
巻き起こる まきおこる

ρήμα

  1. 01 ξεσπώ, προκύπτω, αναβλύζω, ξεσπάω
巻き添え まきぞえ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπλοκή, ανάμειξη, παρασυρμός σε δυσάρεστη κατάσταση, παρεμπίπτον πλήγμα
巻き起こす まきおこす

ρήμα

  1. 01 προκαλώ (αναστάτωση, σάλο), δημιουργώ (συναίσθηση)
  2. 02 σηκώνω (σύννεφο σκόνης), αναδεύω (σκόνη)
巻き付く まきつく

ρήμα

  1. 01 τυλίγομαι γύρω από κάτι
巻き戻す まきもどす

ρήμα

  1. 01 τυλίγω πίσω, επαναφέρω
まき

ουσιαστικό

  1. 01 ρολό (π.χ. υφάσματος)
  2. 02 κούρδισμα (π.χ. ρολογιού)
  3. 03 τόμος (βιβλίου)
  4. 04 επιτάχυνση
  5. 05 τακούνι (ιαπωνικού σανδαλιού)
巻物 まきもの

ουσιαστικό

  1. 01 μακιμόνο, χειρόγραφο σε κύλινδρο, τυλιχτό βιβλίο
  2. 02 τόπι υφάσματος (για την κατασκευή κιμονό)
  3. 03 κασκόλ, εσάρπα
  4. 04 μακίζουσι, τυλιχτό σούσι
巻き毛 まきげ

ουσιαστικό

  1. 01 μπούκλα, σγουρά μαλλιά, δαχτυλίδι μαλλιών
巻き上がる まきあがる

ρήμα

  1. 01 τυλίγομαι, ανεβαίνω τυλιγμένος
巻き取る まきとる

ρήμα

  1. 01 τυλίγω (νήμα, φιλμ κ.λπ.)
巻き返す まきかえす

ρήμα

  1. 01 τυλίγω ξανά
  2. 02 ανακάμπτω, συνέρχομαι, επανέρχομαι, ανακτώ τη δύναμή μου
巻末 かんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος βιβλίου
巻頭 かんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή (βιβλίου, περιοδικού κ.λπ.), εναρκτήρια σελίδα
  2. 02 αρχή (ενός ζητήματος), ξεκίνημα
巻き添えを食う まきぞえをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 εμπλέκομαι σε, αναμειγνύομαι σε, μπλέκω σε
巻紙 まきがみ

ουσιαστικό

  1. 01 ρολό επιστολόχαρτου
  2. 02 ρολό χαρτιού