49 αποτελέσματα για «布»
布 ぬの N3
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα, πανί
- 02 Μπουτζιάν (χάλκινο νόμισμα σε σχήμα φτυαριού της αρχαίας Κίνας)
布団 ふとん N4
ουσιαστικό
- 01 φουτόν, ιαπωνικά κλινοσκεπάσματα που αποτελούνται από ένα στρώμα και ένα πάπλωμα
- 02 στρογγυλό μαξιλάρι που χρησιμοποιείται για διαλογισμό Ζεν (παραδοσιακά φτιαγμένο από ψάθινα φύλλα βούρλου)
布地 ぬのじ
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα, πανί, υλικό
布哇 ハワイ
ουσιαστικό
- 01 Χαβάη
布陣 ふじん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράταξη μάχης
- 02 σύνθεση (π.χ. για έναν αγώνα)
布石 ふせき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στρατηγική τοποθέτηση πετρών στο γκο κατά την έναρξη του παιχνιδιού, αρχικές κινήσεις
- 02 προετοιμασίες, προπαρασκευαστικά βήματα, διευθετήσεις, προετοιμασία εδάφους (για κάτι)
布教 ふきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάδοση (π.χ. μιας θρησκείας), προσηλυτισμός, ιεραποστολικό έργο
布巾 ふきん N1
ουσιαστικό
- 01 πετσέτα πιάτων, πετσέτα κουζίνας, πανί πιάτων
布告 ふこく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάταγμα, νόμος, προκήρυξη
布団を敷く ふとんをしく
άλλο, ρήμα
- 01 στρώνω φουτόν, στρώνω το κρεβάτι
布切れ ぬのきれ
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι υφάσματος
布袋 ぬのぶくろ
ουσιαστικό
- 01 υφασμάτινη τσάντα
布製 ぬのせい
ουσιαστικό
- 01 υφασμάτινος
布袋 ほてい
ουσιαστικό
- 01 Χότεϊ, Μπουτάι, θεός της ικανοποίησης, που απεικονίζεται ως καλόγερος με μεγάλη κοιλιά και κουβαλά στην πλάτη του έναν μεγάλο υφασμάτινο σάκο
布施 ふせ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ελεημοσύνη, φιλανθρωπία
- 02 προσφορά (συνήθως χρηματική) σε ιερέα (για την ανάγνωση σούτρα κ.ά.)
布張り ぬのばり
ουσιαστικό
- 01 ντυμένος με ύφασμα
布包み ぬのづつみ
ουσιαστικό
- 01 κάτι τυλιγμένο σε ύφασμα
布令 ふれい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσημη ανακοίνωση, διακήρυξη
布子 ぬのこ
ουσιαστικό
- 01 ρουχισμός με βαμβακερή επένδυση
布片 ふへん
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι υφάσματος