58 αποτελέσματα για «徒»

徒歩 とほ N1

ουσιαστικό

  1. 01 πεζοπορία, βάδισμα, μετακίνηση με τα πόδια

ουσιαστικό

  1. 01 παρέα, ομάδα, συμμορία, συντροφιά, άτομο
徒労 とろう

ουσιαστικό

  1. 01 άκαρπη προσπάθεια, μάταιος κόπος, αποτυχημένο σχέδιο, ματαιότητα
徒党 ととう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνωμότες, φατρία, κλίκα, συμμορία
徒労に終わる とろうにおわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλήγω σε μάταιο κόπο, πηγαίνω χαμένος
徒手空拳 としゅくうけん

ουσιαστικό

  1. 01 άοπλος, χωρίς εφόδια
  2. 02 άφραγκος, χωρίς κεφάλαιο (για την έναρξη επιχείρησης)
徒然 つれづれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανία, πλήξη, βαρεμάρα
徒競走 ときょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου
徒弟 とてい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητευόμενος
いたずら

επίθετο

  1. 01 άχρηστος, μάταιος, άσκοπος, αργόσχολος
徒手 としゅ

ουσιαστικό

  1. 01 άοπλος, γυμνά χέρια (σε συμπλοκή)
  2. 02 άφραγκος
徒花 あだばな

ουσιαστικό

  1. 01 άκαρπο άνθος, στείρο άνθος
  2. 02 κάτι εντυπωσιακό χωρίς ουσία
徒刑 とけい

ουσιαστικό

  1. 01 καταναγκαστικά έργα
かち

ουσιαστικό

  1. 01 πεζός στρατιώτης (περίοδος Έντο), σαμουράι που κινείται με τα πόδια
  2. 02 μετακίνηση με τα πόδια, βάδισμα
あだ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μάταιος, άσκοπος, φευγαλέος, επιπόλαιος
徒輩 とはい

ουσιαστικό

  1. 01 συντροφιά, παρέα, σύντροφοι, συνοδοιπόροι
徒渉 としょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασχίζω πεζή (υδάτινο κώλυμα)
徒に いたずらに

επίρρημα

  1. 01 άσκοπα, μάταια, χωρίς λόγο, άδικα, αργόσχολα
徒人 ただびと

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός άνθρωπος, άτομο χωρίς τίτλο
徒人 いたずらびと

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστος άνθρωπος
  2. 02 καταστραμμένος άνθρωπος
  3. 03 νεκρός