Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
徒人
いたずらびと
徒
徒
いたずら
人
びと
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
ただびと
,
かちびと
,
ずにん
,
あだびと
01
αρχαϊκό
άχρηστος άνθρωπος
02
αρχαϊκό
καταστραμμένος άνθρωπος
03
αρχαϊκό
νεκρός