Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
徒人
ただびと
徒
徒人
ただびと
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
いたずらびと
,
かちびと
,
ずにん
,
あだびと
01
κοινός άνθρωπος, άτομο χωρίς τίτλο