430 αποτελέσματα για «心»

心配 しんぱい

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 ανησυχία, αγωνία, φόβος, άγχος
  2. 02 φροντίδα, βοήθεια, συνδρομή, αρωγή
こころ N4

ουσιαστικό

  1. 01 νους, μυαλό, καρδιά, πνεύμα
  2. 02 η σημασία μιας φράσης (γρίφου κ.λπ.)
心臓 しんぞう N3

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιά
  2. 02 θάρρος, κουράγιο, θράσος, αναίδεια, σθένος
  3. 03 καρδιά (ενός πράγματος), κεντρικό μέρος, πυρήνας
心の中 こころのなか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μέσα στην καρδιά, στο μυαλό
心から こころから

επίρρημα

  1. 01 από τα βάθη της καρδιάς, ολόψυχα, ειλικρινά
心底 しんそこ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 βάθος καρδιάς, βάθη ψυχής, ενδόμυχες σκέψεις, πραγματικές προθέσεις
  2. 02 από τα βάθη της καρδιάς, ολόψυχα, αληθινά, ειλικρινά
心の底 こころのそこ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βάθος καρδιάς
心地よい ここちよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 άνετος, ευχάριστος
しん

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιά, νους, πνεύμα, ζωτικότητα, εσωτερική δύναμη
  2. 02 βάθος της καρδιάς, πυρήνας (του χαρακτήρα), φύση
  3. 03 κέντρο, πυρήνας, καρδιά
  4. 04 καρδιά (όργανο)
  5. 05 κινεζικός αστερισμός Σιν (ένας από τους 28 οίκους)
  6. 06 φίλος
心当たり こころあたり N2

ουσιαστικό

  1. 01 ιδέα, υποψία, ένδειξη, να έχω κάτι στο μυαλό μου, να τυχαίνει να γνωρίζω
心地 ここち N1

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα, αίσθηση, διάθεση
心強い こころづよい N1

επίθετο

  1. 01 ενθαρρυντικός, καθησυχαστικός
心得る こころえる N2

ρήμα

  1. 01 γνωρίζω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, έχω επίγνωση, θεωρώ, εκλαμβάνω
  2. 02 κατανοώ και αποδέχομαι (μια ευθύνη)
  3. 03 έχω γνώση, κατέχω, ξέρω να κάνω (κάτι), έχω πλήρη γνώση (μιας δεξιότητας, τέχνης κ.λπ.)
心境 しんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική κατάσταση, νοητική κατάσταση, νοητική στάση
心細い こころぼそい N1

επίθετο

  1. 01 αβοήθητος, απελπισμένος, αδιέξοδος, δυσοίωνος, μοναχικός, αποκαρδιωτικός, αποθαρρυντικός
心なしか こころなしか

άλλο

  1. 01 κάπως, κατά κάποιον τρόπο, φαινομενικά
心情 しんじょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 συναίσθημα, συναισθήματα, τα αισθήματα κάποιου, η καρδιά κάποιου
心理 しんり N3

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση του νου, νοοτροπία, ψυχολογία
心の準備 こころのじゅんび

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ψυχολογική προετοιμασία, πνευματική ετοιμότητα, προετοιμασία για το ενδεχόμενο
心がける こころがける

ρήμα

  1. 01 έχω κατά νου, θυμάμαι, προσπαθώ, στοχεύω στο να κάνω, επιδιώκω