17 αποτελέσματα για «惚»

惚れる ほれる

ρήμα, επίθημα

  1. 01 ερωτεύομαι, γοητεύομαι, μαγεύομαι
  2. 02 έλκομαι, γοητεύομαι, μαγεύομαι, αιχμαλωτίζομαι, εντυπωσιάζομαι, θαυμάζω
  3. 03 ξεχνιέμαι, παρασύρομαι, μαγεύομαι
惚れ惚れ ほれぼれ

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 με στοργή, θαυμαστικά, με συναρπασμό, με λατρεία, με γοητεία
惚れ込む ほれこむ

ρήμα

  1. 01 έλκομαι έντονα από, μαγεύομαι ολοκληρωτικά από, κυριεύομαι εντελώς από, θαυμάζω απεριόριστα, ερωτεύομαι βαθιά, τρελαίνομαι για
惚れ直す ほれなおす

ρήμα

  1. 01 ξαναερωτεύομαι (αναζωπυρώνω τον έρωτά μου για κάποιον που έχω ήδη αγαπήσει στο παρελθόν)
惚気 のろけ

ουσιαστικό

  1. 01 στοργική αναφορά στον σύντροφο (σύζυγο, φίλη κ.λπ.), εξιστόρηση ερωτικών υποθέσεων
惚気る のろける

ρήμα

  1. 01 μιλάω με καμάρι για τον σύντροφό μου, εξυμνώ τον έρωτά μου, καυχιέμαι για τη σχέση μου
惚れ薬 ほれぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 φίλτρο έρωτα, ερωτικό φίλτρο, αφροδισιακό
惚ける とぼける

ρήμα

  1. 01 παριστάνω τον ανήξερο, προσποιούμαι άγνοια, κάνω τον αθώο, έχω ανέκφραστο βλέμμα
  2. 02 κάνω τον ανόητο
  3. 03 παρακμάζω λόγω γήρατος, έχω γεροντική άνοια
惚れっぽい ほれっぽい

επίθετο

  1. 01 ερωτεύσιμος, ευάλωτος στον έρωτα
惚れた腫れた ほれたはれた

άλλο

  1. 01 παράφορα ερωτευμένος, τρελά ερωτευμένος
惚け ぼけ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 ανόητος, ηλίθιος
  2. 02 γεροντική άνοια, εξασθένιση των πνευματικών λειτουργιών
  3. 03 μπερδεμένος, αφηρημένος, νωθρός, μη συνελθών πλήρως (μετά από κάτι)
  4. 04 ο κωμικός (στο δίδυμο των stand-up κωμικών που υποδύεται τον ανόητο)
惚け とぼけ

ουσιαστικό

  1. 01 προσποιητή άγνοια, υποκριτική αθωότητα
惚ける ほうける

ρήμα, άλλο

  1. 01 διανοητικά βραδυκίνητος, μπερδεμένος
  2. 02 απορροφώμαι, βυθίζομαι σε κάτι
  3. 03 ξεφτίζω και γίνομαι ατημέλητος (για μαλλιά, γρασίδι κ.λπ.), γίνομαι χνουδωτός
惚け茄子 ぼけなす

ουσιαστικό

  1. 01 βραδυνούστατος άνθρωπος, ανόητος, χαζός
  2. 02 ξεθωριασμένη μελιτζάνα με θαμπό χρώμα
惚れたが因果 ほれたがいんが

άλλο

  1. 01 όσο ατυχές κι αν είναι, δεν μπορείς να σταματήσεις τον έρωτα, το να ερωτεύεσαι είναι ατυχής μοίρα
惚れた弱み ほれたよわみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή αφοσίωση λόγω έρωτα
  1. 01 ερωτεύομαι
  2. 02 θαυμάζω
  3. 03 γεροντοκοπώ