172 αποτελέσματα για «感»

感じる かんじる N3

ρήμα

  1. 01 νιώθω, αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, βιώνω
  2. 02 συγκινούμαι (από), εντυπωσιάζομαι (από), ανταποκρίνομαι (σε)
  3. 03 μολύνομαι (με μια ασθένεια), κολλάω (μια ασθένεια)
感じ かんじ N3

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα, αίσθηση, εντύπωση
感情 かんじょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 συναίσθημα, αίσθημα, συγκίνηση
感謝 かんしゃ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευχαριστίες, ευγνωμοσύνη, εκτίμηση
感覚 かんかく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίσθηση, συναίσθημα, διαίσθηση
感触 かんしょく N1

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση (στο άγγιγμα), υφή, αφή
  2. 02 αίσθημα, εντύπωση
かん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα, αίσθηση, συναίσθημα, συγκίνηση, θαυμασμός, εντύπωση
  2. 02 επιφώνημα
感心 かんしん N3

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 θαυμασμός, εντυπωσιασμός
  2. 02 αξιοθαύμαστος, επαινετός
  3. 03 κατάπληξη, αποτροπιασμός
感動 かんどう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθιά συγκίνηση, ενθουσιασμός, πάθος, έμπνευση, βαθύ συναίσθημα, έντονη εντύπωση
感想 かんそう N3

ουσιαστικό

  1. 01 εντυπώσεις, σκέψεις, συναισθήματα, αντιδράσεις
感じがする かんじがする

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω την αίσθηση (ότι), νιώθω, αισθάνομαι
感じ取る かんじとる

ρήμα

  1. 01 αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, διαισθάνομαι, κατανοώ, νιώθω
感嘆 かんたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θαυμασμός, έκπληξη, κατάπληξη
感染 かんせん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μόλυνση, λοίμωξη, μετάδοση
  2. 02 επηρεασμός, το να επηρεαστώ, το να μολυνθώ (π.χ. από επιβλαβείς ιδέες)
感激 かんげき N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθιά συγκίνηση, εντύπωση, έμπνευση
感情的 かんじょうてき

επίθετο

  1. 01 συναισθηματικός, συγκινησιακός
感知 かんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίληψη, αίσθηση, ανίχνευση, παρατήρηση
感慨 かんがい

ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά συγκίνηση, έντονα συναισθήματα
感性 かんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευαισθησία, αίσθηση (κάποιου πράγματος)
感傷 かんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συναίσθημα, συναισθηματισμός