42 αποτελέσματα για «慣»

慣れる なれる N4

ρήμα, άλλο

  1. 01 συνηθίζω, εγκλιματίζομαι, εξοικειώνομαι
  2. 02 αποκτώ δεξιότητα, αποκτώ εμπειρία
  3. 03 εξημερώνομαι
  4. 04 συνηθίζω να κάνω
慣れ なれ N1

ουσιαστικό

  1. 01 εξάσκηση, εμπειρία, εξοικείωση
  2. 02 συνήθεια, άνεση, εμπειρία σε κάτι
慣れ親しむ なれしたしむ

ρήμα

  1. 01 εξοικειώνομαι και τρέφω στοργή, γνωρίζω καλά και αγαπώ
慣らす ならす N3

ρήμα

  1. 01 συνηθίζω, εκπαιδεύω (π.χ. το αυτί κάποιου)
  2. 02 εξημερώνω, τιθασεύω, εκπαιδεύω (ένα ζώο)
慣習 かんしゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έθιμο, συνήθεια, κοινή πρακτική
  2. 02 εξοικείωση (με)
慣例 かんれい N1

ουσιαστικό

  1. 01 έθιμο, πρακτική, σύμβαση, προηγούμενο
慣性 かんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αδράνεια
慣れっこ なれっこ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 συνηθισμένος σε, εξοικειωμένος με, συνηθισμένος να, προσαρμοσμένος σε
慣用句 かんようく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωματισμός, πάγια έκφραση, ιδιωματική φράση
慣らし ならし

ουσιαστικό

  1. 01 στρώσιμο (μηχανής κ.λπ.), εξοικείωση, προθέρμανση
慣れっこになる なれっこになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνηθίζω, εξοικειώνομαι, συνηθίζω σταδιακά
慣性の法則 かんせいのほうそく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 νόμος της αδράνειας
慣行 かんこう N3

ουσιαστικό

  1. 01 καθιερωμένη πρακτική, συνήθεια, παραδοσιακή εκδήλωση
慣熟 かんじゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δεξιότητα, κατατόπιση, εξοικείωση, κατάκτηση (ενός αντικειμένου)
慣習的 かんしゅうてき

επίθετο

  1. 01 συνηθισμένος, συμβατικός, παραδοσιακός, καθιερωμένος
慣例的 かんれいてき

επίθετο

  1. 01 καθιερωμένος, συμβατικός, συνηθισμένος
慣習に従う かんしゅうにしたがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ το έθιμο, συμμορφώνομαι (με συμβάσεις, παραδόσεις κ.λπ.), πειθαρχώ στους κανόνες
慣用 かんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθιερωμένη χρήση, κοινή χρήση, γενική χρήση
慣用表現 かんようひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωματισμός, πάγια έκφραση, στερεότυπη φράση
慣性航法 かんせいこうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αδρανειακό σύστημα πλοήγησης