30 αποτελέσματα για «慰»

慰める なぐさめる N2

ρήμα

  1. 01 παρηγορώ, διασκεδάζω
慰め なぐさめ

ουσιαστικό

  1. 01 παρηγοριά, ανακούφιση, διασκέδαση
慰謝料 いしゃりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση για ηθική βλάβη, χρηματική ικανοποίηση, επανόρθωση, αποζημίωση, συμβιβασμός
慰問 いもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη για παρηγοριά, προσφορά ανακούφισης (σε ασθενείς, τραυματίες, κ.λπ.), έκφραση συλλυπητηρίων (συμπάθεια, μέριμνα, κ.λπ.), επίσκεψη συμπαράστασης
慰み なぐさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγία, διασκέδαση (για το πέρασμα της ώρας), χόμπι, αναψυχή
慰労 いろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγνώριση υπηρεσιών
慰み者 なぐさみもの

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι, αντικείμενο ηδονής (για κάποιον που το χρησιμοποιεί για διασκέδαση)
慰撫 いぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατευνασμός, καταπράυνση
慰安 いあん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρηγοριά, ανάπαυση
慰霊碑 いれいひ

ουσιαστικό

  1. 01 κενοτάφιο, μνημείο πεσόντων
慰霊 いれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρηγοριά πνευμάτων νεκρών
慰安旅行 いあんりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 εκδρομή αναψυχής, εταιρική εκδρομή
慰労会 いろうかい

ουσιαστικό

  1. 01 εορταστική εκδήλωση προς αναγνώριση των υπηρεσιών κάποιου
慰む なぐさむ

ρήμα

  1. 01 νιώθω παρηγοριά, έχω καλή διάθεση, νιώθω καλύτερα, ξεχνώ τις έγνοιες μου
  2. 02 παίζω με, διασκεδάζω εις βάρος κάποιου
慰留 いりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσπάθεια πειθούς κάποιου για να παραμείνει στη θέση του, αποτροπή από παραίτηση ή αποχώρηση
慰霊祭 いれいさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή μνήμης
慰み物 なぐさみもの

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή διασκέδασης, παιχνίδι (αντικείμενο ή πρόσωπο)
慰安婦 いあんふ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα αναψυχής, ιερόδουλη που εργαζόταν σε στρατιωτικά πορνεία, ειδικότερα γυναίκα που εξαναγκάστηκε σε σεξουαλική δουλεία από τον ιαπωνικό στρατό κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
慰め顔 なぐさめがお

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση παρηγοριάς, βλέμμα συμπαράστασης
慰謝 いしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρηγοριά