184 αποτελέσματα για «成»

成る程 なるほど

επιφώνημα, επίρρημα

  1. 01 μάλιστα, έτσι είναι, πράγματι
成功 せいこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχία, επίτευγμα
  2. 02 επιτυχία (στη ζωή), κοσμική επιτυχία, ευημερία
成長 せいちょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, εξέλιξη, μεγάλωμα, ενηλικίωση
  2. 02 ανάπτυξη (εταιρείας, οικονομίας κ.λπ.)
成果 せいか N1

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα (καλό), έκβαση, καρποί (των κόπων), προϊόν, επίτευγμα
成立 せいりつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχηματισμός, ίδρυση, σύσταση, υλοποίηση, πραγμάτωση, γένεση
  2. 02 σύναψη (π.χ. συμφωνίας), επίτευξη (π.χ. συμφωνίας), έγκριση, ολοκλήρωση, κλείσιμο, θέσπιση, ρύθμιση
  3. 03 ισχύω (για θεωρία, επιχείρημα κ.λπ.), εφαρμόζομαι
成績 せいせき N3

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελέσματα, επίδοση, βαθμοί
成り立つ なりたつ N1

ρήμα

  1. 01 αποτελούμαι από, συγκροτούμαι από, συνίσταμαι από
  2. 02 συνάπτομαι (π.χ. για συμφωνία), ισχύω (π.χ. για θεωρία), είμαι έγκυρος
  3. 03 είμαι βιώσιμος (για επιχείρηση, τρόπο ζωής κ.λπ.), συνεχίζω, διατηρούμαι
成す なす

ρήμα, επίθημα

  1. 01 σχηματίζω, φτιάχνω, κάνω, αποτελώ
  2. 02 δημιουργώ, συσσωρεύω (π.χ. περιουσία), ιδρύω, εγκαθιστώ
  3. 03 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, κερδίζω (φύμη), αποκτώ
  4. 04 αλλάζω (σε), μετατρέπω
  5. 05 κάνω, διαπράττω, διεξάγω, πραγματοποιώ, προκαλώ, επιφέρω
  6. 06 κάνω επίτηδες, πράττω σκόπιμα
成る なる

ρήμα, άλλο

  1. 01 γίνομαι, καταντώ, αυξάνομαι, στρέφομαι, φτάνω, επιτυγχάνω
  2. 02 καταλήγω σε, αποβαίνω, αποδεικνύομαι
  3. 03 αποτελούμαι από, συντίθεμαι από, φτιάχνομαι από
  4. 04 ολοκληρώνομαι, πραγματοποιούμαι, επιτυγχάνω, επιτυγχάνομαι, επιτελούμαι
  5. 05 μεταβάλλομαι, μετατρέπομαι
  6. 06 έρχομαι (να κάνω), αρχίζω (να κάνω), συνηθίζω (να κάνω)
  7. 07 καταλήγω, ανέρχομαι σε, αθροίζομαι, αποτελώ
  8. 08 υποδύομαι (τον ρόλο του), ενεργώ ως
  9. 09 χρησιμοποιούμαι για, χρησιμεύω για, υπηρετώ ως
  10. 10 προάγομαι
  11. 11 κάνω...
成し遂げる なしとげる

ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, φέρω εις πέρας, εκτελώ
成人 せいじん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενήλικας, μεγάλος
  2. 02 ενηλικίωση, αναγόμενος σε ενήλικα, ωρίμανση
成り行き なりゆき

ουσιαστικό

  1. 01 εξέλιξη, πορεία, έκβαση, αποτέλεσμα
  2. 02 εντολή αγοράς στην τρέχουσα τιμή (στο χρηματιστήριο), εντολή χωρίς όριο τιμής
成分 せいぶん N2

ουσιαστικό

  1. 01 συστατικό, σύνθεση
成就 じょうじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπλήρωση, πραγμάτωση, ολοκλήρωση
成仏 じょうぶつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω τον φωτισμό, γίνομαι βούδας, εισέρχομαι στη νιρβάνα
  2. 02 πηγαίνω στον παράδεισο, αναπαύομαι εν ειρήνη, πεθαίνω (ειρηνικά)
成熟 せいじゅく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ωριμότητα, ωρίμανση
成功率 せいこうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό επιτυχίας
成敗 せいばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιμωρία, καταδίκη, ετυμηγορία
成敗 せいはい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχία και αποτυχία
成り下がる なりさがる

ρήμα

  1. 01 υποβιβάζομαι, ξεπέφτω, χάνω το κοινωνικό μου στάτους, καταστρέφομαι, κατρακυλώ χαμηλά