220 αποτελέσματα για «戦»

戦う たたかう N3

ρήμα

  1. 01 πολεμώ, διεξάγω πόλεμο, μάχομαι
  2. 02 συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι
  3. 03 παλεύω (ενάντια σε αντιξοότητες), αγωνίζομαι, αντιστέκομαι
戦い たたかい N3

ουσιαστικό

  1. 01 μάχη, πόλεμος, αγώνας, σύγκρουση
  2. 02 αγώνας, πάλη (π.χ. ενάντια στον χρόνο, για ελευθερία), πόλεμος (π.χ. κατά των ναρκωτικών), μάχη (π.χ. ενάντια στη φύση)
  3. 03 αγώνας, διαγωνισμός, αναμέτρηση, παιχνίδι
戦争 せんそう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πόλεμος
  2. 02 μάχη, σκληρός ανταγωνισμός
せん

επίθημα

  1. 01 πόλεμος, μάχη
  2. 02 αγώνας, παιχνίδι, διαγωνισμός
戦闘 せんとう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μάχη, αγώνας, συμπλοκή
戦場 せんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο μάχης, πεδίο των μαχών
戦力 せんりょく N1

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικό δυναμικό, στρατιωτική δύναμη, μαχητική ισχύς
  2. 02 ικανότητα (να ανταγωνιστώ), δυνατότητες, πολύτιμο εφόδιο
いくさ

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος, μάχη, εκστρατεία, αγώνας
  2. 02 στρατεύματα, δυνάμεις
戦士 せんし

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιώτης, μαχητής, πολεμιστής
戦略 せんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική, τακτική
戦後 せんご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεταπολεμική περίοδος, περίοδος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο
戦術 せんじゅつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικές
戦慄 せんりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρόμος, ρίγος, τρέμουλο από φόβο
戦況 せんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμική κατάσταση, εξέλιξη της μάχης
戦闘力 せんとうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητική ισχύς, ικανότητα μάχης
戦車 せんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άρμα μάχης
  2. 02 άρμα
戦線 せんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικό μέτωπο
戦法 せんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική, στρατηγική
戦意 せんい

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμική διάθεση, αγωνιστικό πνεύμα, ηθικό
戦死 せんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος στη μάχη