135 αποτελέσματα για «所»
所為 せい N3
ουσιαστικό
- 01 αποτέλεσμα, συνέπεια, υπαιτιότητα, φταίξιμο
所 ところ N5
ουσιαστικό, επίρρημα, επίθημα
- 01 μέρος, τόπος, σημείο, τοποθεσία
- 02 διεύθυνση
- 03 περιοχή, συνοικία, τοποθεσία
- 04 σπίτι, κατοικία
- 05 σημείο, άποψη, πλευρά, πτυχή
- 06 απόσπασμα (σε κείμενο), μέρος
- 07 χώρος, δωμάτιο
- 08 πράγμα, ζήτημα, θέμα
- 09 οπότε, ως αποτέλεσμα
- 10 πρόκειται να, ετοιμάζομαι να, στα πρόθυρα (του)
- 11 μόλις έκανα, μόλις τελείωσα
- 12 περίπου
所で ところで
σύνδεσμος, μόριο
- 01 παρεμπιπτόντως, κατά τα άλλα, λοιπόν
- 02 ακόμη και αν, ανεξάρτητα από το τι, πού, πώς, κλπ.
所属 しょぞく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανήκω (σε ομάδα, οργανισμό κ.λπ.), ένταξη, συσχέτιση, σχέση, σύνδεση, υπαγωγή, υπό τον έλεγχο, υπηρετώ (π.χ. στον στρατό, στο κοινοβούλιο)
所詮 しょせん
επίρρημα
- 01 τελικά, εντέλει, στο τέλος, ούτως ή άλλως
- 02 σε καμία περίπτωση, καθόλου, με κανέναν τρόπο, ποτέ
所有 しょゆう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατοχή, ιδιοκτησία, κυριότητα
所 しょ
επίθημα, άλλο
- 01 επιθετικός προσδιορισμός για χώρους, εγκαταστάσεις, γραφεία, σταθμούς
所へ ところへ
άλλο
- 01 κατόπιν, αμέσως μετά, λίγο αργότερα
所持 しょじ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατοχή, έχοντας (πάνω του), μεταφορά (μαζί του)
所在 しょざい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τοποθεσία, θέση, πού βρίσκεται, τόπος όπου βρίσκεται κάποιος
所有者 しょゆうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιδιοκτήτης
所作 しょさ
ουσιαστικό
- 01 διαγωγή, συμπεριφορά
- 02 κινήσεις, χειρονομίες, η στάση του σώματος
- 03 παράσταση (επί σκηνής κ.λπ.), χορός, υποκριτική
- 04 χορός (στο καμπούκι), χορευτικό έργο
所長 しょちょう
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής (γραφείου, εργαστηρίου κ.λπ.), προϊστάμενος
所々 ところどころ N2
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 εδώ κι εκεί, σε ορισμένα σημεία
所業 しょぎょう
ουσιαστικό
- 01 πράξη (συνήθως ανεπιθύμητη), ενέργεια, έργο, συμπεριφορά
所望 しょもう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθυμία, ευχή, αίτημα
所謂 いわゆる
άλλο
- 01 αυτό που αποκαλούμε, αυτό που ονομάζετε, αυτό που ονομάζουν, ο λεγόμενος
所存 しょぞん
ουσιαστικό
- 01 γνώμη, πρόθεση, σκέψη
所有物 しょゆうぶつ
ουσιαστικό
- 01 ιδιοκτησία, κτήμα
所以 ゆえん
ουσιαστικό
- 01 αιτία, λόγος, αφορμή