17 αποτελέσματα για «拍»

拍手 はくしゅ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειροκρότημα, παλαμάκια
  2. 02 χτυπώ παλαμάκια (για προσευχή, σε ιερό)
拍子 ひょうし

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, μέτρο, ρυθμός
  2. 02 χτύπος
  3. 03 η στιγμή (της πραγματοποίησης μιας ενέργειας), η ευκαιρία
拍子抜け ひょうしぬけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογοήτευση, αντικλιμάξ, ξενέρωμα, απώλεια ενδιαφέροντος
拍車をかける はくしゃをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιταχύνω, επισπεύδω, ενθαρρύνω
拍手を送る はくしゅをおくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χειροκροτώ, επιδοκιμάζω
はく

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 χτύπος, ρυθμικός παλμός
  2. 02 μόρα (γλωσσολογική μονάδα χρόνου)
拍手喝采 はくしゅかっさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειροκρότημα και επευφημίες, επιδοκιμασία
拍車がかかる はくしゃがかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιταχύνω, ενθαρρύνω, δίνω ώθηση
拍動 はくどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παλμός, σφυγμός
拍子木 ひょうしぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινα κρόταλα (υωσίγκι)
拍車 はくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σπιρούνι (ιππασία)
  2. 02 εξώθηση, επιτάχυνση, ώθηση
拍出 はくしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποβολή (π.χ. καρδιακή παροχή)
拍数 はくすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός χτύπων στη μουσική
拍子記号 ひょうしきごう

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο
拍板 はくはん

ουσιαστικό

  1. 01 παϊμπάν (κρουστό όργανο που αποτελείται από διάφορα επίπεδα κομμάτια ξύλου)
拍節 はくせつ

ουσιαστικό

  1. 01 παλμός
  1. 01 χτυπώ
  2. 02 ρυθμός (μουσικής)