16 αποτελέσματα για «据»
据える すえる N1
ρήμα
- 01 τοποθετώ σε θέση, σταθεροποιώ, στήνω (π.χ. τραπέζι), βάζω (θεμέλια)
- 02 εγκαθιστώ, βάζω κάποιον να καθίσει
- 03 εστιάζω (π.χ. το βλέμμα μου), αφοσιώνομαι
- 04 εφαρμόζω μόξα (θεραπευτική τεχνική)
据わる すわる
ρήμα
- 01 παραμένω ακίνητος, διατηρώ τη θέση μου, μένω σταθερός, παραμένω (σε ένα σημείο)
- 02 ηρεμώ, γίνομαι σταθερός (π.χ. νεύρα), συνέρχομαι
- 03 καρφώνομαι (π.χ. βλέμμα), γίνομαι θαμπός, σταθεροποιούμαι, ακινητοποιούμαι
- 04 εφαρμόζομαι (για σφραγίδα), τίθεμαι (για σφραγίδα)
据え付ける すえつける N1
ρήμα
- 01 εγκαθιστώ, εξοπλίζω, τοποθετώ, στερεώνω (στη θέση του), στήνω
据え膳 すえぜん
ουσιαστικό
- 01 έτοιμο γεύμα σερβιρισμένο μπροστά σε κάποιον
- 02 ερωτική προσέγγιση από γυναίκα
据え置く すえおく
ρήμα
- 01 αφήνω ως έχει, αναβάλλω
据え置き すえおき
ουσιαστικό
- 01 αναβολή (π.χ. αποταμιεύσεων), διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης
- 02 μη εξοφλημένος, μη εξαγοράσιμος, αμετάκλητος, αναβαλλόμενος, σταθερός
据え膳食わぬは男の恥 すえぜんくわぬはおとこのはじ
άλλο
- 01 είναι ντροπή να απορρίπτει κανείς τις προσκλήσεις μιας γυναίκας, είναι ντροπή για έναν άντρα να αρνείται μια γυναικεία προτροπή, είναι ανδρική ντροπή να μην τρώει το φαγητό που του προσφέρουν
据え付け すえつけ
ουσιαστικό
- 01 εγκατάσταση, τοποθέτηση, συναρμογή, στήριξη
据え置き型 すえおきがた
ουσιαστικό
- 01 επιτραπέζιος (υπολογιστής), οικιακός (παιχνιδομηχανή, συσκευή αναπαραγωγής CD κ.λπ.), μη φορητός, σταθερός
据え物 すえもの
ουσιαστικό
- 01 διακοσμητικό αντικείμενο, στολίδι
- 02 πτώμα που χρησιμοποιείται για τη δοκιμή λεπίδας
- 03 ιερόδουλη χωρίς άδεια που εργάζεται μόνιμα στον ίδιο οίκο ανοχής
据え風呂 すえふろ
ουσιαστικό
- 01 λουτήρας της περιόδου Έντο που θερμαίνεται από το κάτω μέρος
据銃 きょじゅう
ουσιαστικό
- 01 επώμιση όπλου (δηλαδή το κράτημα του κοντακίου στον ώμο), βάση στήριξης όπλου
据え置き貯金 すえおきちょきん
ουσιαστικό
- 01 αποταμίευση με αναβολή καταβολής τόκων
据置期間 すえおききかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος αναβολής, περίοδος χάριτος, περίοδος καταβολής μόνο τόκων
据え膳食わぬ すえぜんくわぬ
άλλο
- 01 είναι ντροπή να απορρίπτει κανείς τις ερωτικές προτάσεις μιας γυναίκας, ντροπιασμένος είναι όποιος απορρίπτει την πρόσκληση μιας γυναίκας, το να μην τρώει κάποιος το φαγητό που του προσφέρεται έτοιμο είναι ντροπή για έναν άντρα
据
- 01 θέτω
- 02 θεμελιώνω
- 03 εγκαθιστώ
- 04 εξοπλίζω
- 05 καθίζω οκλαδόν
- 06 κάθομαι