15 αποτελέσματα για «捻»

捻る ひねる N2

ρήμα

  1. 01 στρίβω, συστρέφω, περιστρέφω (βρύση, διακόπτη κ.λπ.)
  2. 02 στρίβω (μέλος του σώματος), λυγίζω, κάνω διάστρεμμα
  3. 03 στραγγαλίζω, σφίγγω (το λαιμό ενός ζώου)
  4. 04 νικώ εύκολα, κερδίζω
  5. 05 περιπλέκω (πρόβλημα, σχέδιο κ.λπ.), κάνω ιδιόμορφο, κάνω πολύπλοκο
  6. 06 κατορθώνω να συνθέσω (χαϊκού, τραγούδι κ.λπ.)
  7. 07 τυλίγω (χρηματικό δώρο) σε χαρτί
捻出 ねんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξευρίσκω (χρήματα, χρόνο κ.λπ.), καταφέρνω να βρω, συγκεντρώνω (με δυσκολία)
  2. 02 επινοώ (σχέδιο, λύση κ.λπ.), καταστρώνω, επινοώ
捻挫 ねんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάστρεμμα, στρίψιμο, τράβηγμα
捻くれる ひねくれる

ρήμα

  1. 01 στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι, καμπυλώνομαι, λυγίζω
  2. 02 κατσουφιάζω, κρατώ κακία, δυσανασχετώ
  3. 03 γίνομαι κακεντρεχής, γίνομαι πικρόχολος, γίνομαι διεστραμμένος
捻り ひねり

ουσιαστικό

  1. 01 στρίψιμο, περιστροφή
  2. 02 εφευρετικότητα, επιτήδευση (π.χ. στο ύφος γραφής), καλαισθησία
  3. 03 χρηματική προσφορά (ή δώρο) τυλιγμένη σε χαρτί
  4. 04 ριξιά με στρίψιμο
捻り出す ひねりだす

ρήμα

  1. 01 επινοώ, σκαρφίζομαι, επινοώ λύση, βρίσκω ιδέα
  2. 02 καταφέρνω να εξοικονομήσω (χρήματα, χρόνο κ.λπ.), συγκεντρώνω με δυσκολία (κεφάλαια)
捻じ曲がる ねじまがる

ρήμα

  1. 01 στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι, στρίβω
捻り潰す ひねりつぶす

ρήμα

  1. 01 πιέζω και συνθλίβω, συνθλίβω με τα δάχτυλα
捻転 ねんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρίψιμο, συστροφή
捻くる ひねくる

ρήμα

  1. 01 στριφογυρίζω, περιστρέφω
  2. 02 παιχνιδίζω με τα δάχτυλα, αλλάζω (π.χ. τη διατύπωση)
捻髪音 ねんぱつおん

ουσιαστικό

  1. 01 τριγμός, κριγμός
捻じ桔梗 ねじききょう

ουσιαστικό

  1. 01 έμβλημα με περιστρεμμένο νεζικικιό (κινέζικο καμπανούλα)
捻り手 ひねりて

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικές στριψίματος
捻軍 ねんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εξέγερση των Νιαν (στην Κίνα, 1851-1868)
  1. 01 στριφογυρίζω
  2. 02 στρίβω
  3. 03 παίζω με