91 αποτελέσματα για «排»

排除 はいじょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκλεισμός, απομάκρυνση, εξάλειψη, κατάργηση, εκκαθάριση, απαλλαγή
排出 はいしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόρριψη, εκκένωση, εκπομπή (π.χ. διοξειδίου του άνθρακα), εξαγωγή, απέκκριση
排斥 はいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόρριψη, αποβολή, μποϊκοτάζ, κοινωνικός αποκλεισμός
排泄 はいせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απέκκριση
排する はいする

ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, υπερνικώ (π.χ. δυσκολίες), απορρίπτω
  2. 02 παρατάσσω, βάζω σε τάξη
  3. 03 ανοίγω σπρώχνοντας
排水 はいすい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστράγγιση, παροχέτευση, άντληση υδάτων, αποχέτευση
  2. 02 εκτόπισμα
排泄物 はいせつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 απέκκριση, εκκένωση, περιττώματα
排他的 はいたてき

επίθετο

  1. 01 αποκλειστικός, αποκλειστικός, περιοριστικός, κλειστός
排水溝 はいすいこう

ουσιαστικό

  1. 01 αποχέτευση, αυλάκι, χαντάκι
排気 はいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καυσαέριο, εκπομπή (αερίων από κινητήρα)
  2. 02 αποβολή (αέρα), εξαερισμός
排気ガス はいきガス

ουσιαστικό

  1. 01 καυσαέρια
排気音 はいきおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος εξάτμισης, θόρυβος εξάτμισης
はい

πρόθημα

  1. 01 αντι-
排撃 はいげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόρριψη, καταγγελία
排尿 はいにょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ούρηση, ούρηση
排便 はいべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφόδευση
排莢 はいきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαγωγή (των χρησιμοποιημένων καλύκων)
排気口 はいきこう

ουσιαστικό

  1. 01 αεραγωγός, στόμιο εξαγωγής, θυρίδα εξαερισμού
排煙 はいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καπνός από καμινάδα, καυσαέρια, βιομηχανικός καπνός, εξατμιζόμενα αέρια
  2. 02 απαγωγή καπνού, εξώθηση καπνού, διασπορά καπνού
排水路 はいすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι αποστράγγισης