143 αποτελέσματα για «接»

接する せっする N2

ρήμα

  1. 01 αγγίζω, έρχομαι σε επαφή, εφάπτομαι, συνορεύω, γειτνιάζω, πλησιάζω
  2. 02 υποδέχομαι (π.χ. επισκέπτη), εξυπηρετώ, φροντίζω, αντιμετωπίζω, χειρίζομαι, βλέπω
  3. 03 λαμβάνω (ειδήσεις), ακούω
  4. 04 συναντώ, πέφτω πάνω σε
  5. 05 εφάπτομαι
  6. 06 κάνω να αγγίξει, φέρνω σε επαφή, εφάπτω, συνδέω
接触 せっしょく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαφή, άγγιγμα
接近 せっきん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, προσεγγίζω
  2. 02 είμαι παρόμοιος, δεν διαφέρω πολύ, είμαι κοντά (π.χ. σε ηλικία, δεξιότητα)
  3. 03 γίνομαι στενός, φιλικός, οικείος
接点 せってん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο επαφής, σημείο εφαπτομένης
  2. 02 ηλεκτρική επαφή
  3. 03 σημείο επαφής, σύνδεση, σημείο σύγκλισης, κοινό έδαφος
接続 せつぞく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνδεση, ένωση, προσάρτηση, σύνδεσμος
  2. 02 μετεπιβίβαση (τρένου)
  3. 03 σύνδεσμος (γραμματική)
接客 せっきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξυπηρέτηση πελατών, φροντίδα επισκεπτών, υποδοχή
接待 せったい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δεξίωση (επισκεπτών, ειδικά στον εταιρικό κόσμο), φιλοξενία, περιποίηση (με φαγητό και ποτό), τραπέζωμα
接吻 せっぷん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλί, φίλημα
接近戦 せっきんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μάχη από κοντά, αγώνας σε μικρή απόσταση, εμπλοκή σώμα με σώμα
接合 せつごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένωση, σύνδεση
  2. 02 κλίση (γραμματική)
接収 せっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίταξη, κατάσχεση, δήμευση, δέσμευση, παρακράτηση (π.χ. προκαταβολής)
接着剤 せっちゃくざい

ουσιαστικό

  1. 01 σετσακουζάι (σετσάκου-ζάι), συγκολλητική ουσία, κόλλα
接戦 せっせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμφίρροπη αναμέτρηση, κλειστό παιχνίδι, οριακός αγώνας
  2. 02 σώμα με σώμα μάχη
接敵 せってき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέγγιση του εχθρού
  2. 02 επαφή με τον εχθρό, εμπλοκή με τον εχθρό
接種 せっしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμβολιασμός, ενοφθαλμισμός
接着 せっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσφυση, κόλλημα, συγκόλληση, δέσιμο, προσκόλληση, στερέωση
接客業 せっきゃくぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλάδος παροχής υπηρεσιών, επαγγέλματα εξυπηρέτησης πελατών (ξενοδοχεία και εστιατόρια), τομέας υπηρεσιών
接地 せっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γείωση
  2. 02 επαφή με το έδαφος, προσγείωση (αεροπλάνου)
接見 せっけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη ακρόαση, συνέντευξη, δεξίωση
  2. 02 συνάντηση με τον δικηγόρο κάποιου (κατά τη διάρκεια κράτησης ή φυλάκισης)
接岸 せつがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέγγιση σε προβλήτα, αποβάθρα κ.λπ., άφιξη στην ξηρά (για σκάφος)