144 αποτελέσματα για «来»

来る くる N5

ρήμα, άλλο

  1. 01 έρχομαι (χωρικά ή χρονικά), πλησιάζω, φτάνω
  2. 02 επιστρέφω, ξαναέρχομαι
  3. 03 γίνομαι, συνεχίζω
  4. 04 προέρχομαι από, προκαλούμαι από, απορρέω από
  5. 05 όταν πρόκειται για (κάτι), όσον αφορά (κάτι)
来年 らいねん N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 του χρόνου
来週 らいしゅう N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 την επόμενη εβδομάδα
来月 らいげつ N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 επόμενος μήνας
らい

πρόθημα, επίθημα

  1. 01 επόμενος, ερχόμενος
  2. 02 από (π.χ. τον περασμένο μήνα), για (π.χ. είκοσι χρόνια)
来客 らいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτης, καλεσμένος
来訪 らいほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη, ερχομός
来る きたる N1

άλλο, ρήμα

  1. 01 επόμενος (π.χ. επόμενος Απρίλιος), επερχόμενος, προσεχής
  2. 02 έρχομαι, φτάνω, πρόκειται να συμβεί
来てる きてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω έρθει, βρίσκομαι εδώ
  2. 02 είμαι δημοφιλής, είμαι της μόδας
  3. 03 έχω νευριάσει, έχω βγει από τα ρούχα μου
来訪者 らいほうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτης, άνθρωπος που καλεί
来す きたす

ρήμα

  1. 01 προκαλώ, επιφέρω, συνεπάγομαι, δημιουργώ
来賓 らいひん

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημος προσκεκλημένος, καλεσμένος, η άφιξη επισκέπτη
来世 らいせ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταθανάτια ζωή, ο επόμενος κόσμος, ο άλλος κόσμος
来日 らいにち N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη στην Ιαπωνία, επίσκεψη στην Ιαπωνία
来日 らいじつ

ουσιαστικό

  1. 01 μελλοντική ημέρα, μεταγενέστερη ημερομηνία
来店 らいてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέλευση σε κατάστημα (εστιατόριο, μπαρ, μαγαζί κ.λπ.)
来客用 らいきゃくよう

ουσιαστικό

  1. 01 για επισκέπτες, για φιλοξενούμενους
来年度 らいねんど

ουσιαστικό

  1. 01 επόμενο έτος, επόμενο οικονομικό έτος
来る日 くるひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσεχείς ημέρες
来る日も来る日も くるひもくるひも

άλλο

  1. 01 μέρα με τη μέρα, καθημερινά, κάθε μέρα χωρίς εξαίρεση