172 αποτελέσματα για «検»

検討 けんとう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέταση, διερεύνηση, μελέτη, ενδελεχής έλεγχος, συζήτηση, ανάλυση, επισκόπηση
検査 けんさ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθεώρηση (π.χ. τελωνείο, εργοστάσιο), εξέταση, δοκιμή, έλεγχος, σάρωση (π.χ. μαγνητική τομογραφία, τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων), λογιστικός έλεγχος
検索 けんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση (π.χ. λέξης σε λεξικό, στο διαδίκτυο), ψάξιμο, ανάκτηση (πληροφοριών), παραπομπή
検証 けんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαλήθευση, επιβεβαίωση, τεκμηρίωση
  2. 02 αυτοψία, επιτόπια εξέταση (από δικαστή, ανακριτή κ.λπ. για συλλογή φυσικών αποδείξεων)
  3. 03 επαλήθευση
検出 けんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανίχνευση, εντοπισμός
検事 けんじ N1

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελέας
検分 けんぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθεώρηση, εξέταση, αυτοψία
検問 けんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθεώρηση, εξέταση, έλεγχος
  2. 02 σημείο ελέγχου, μπλόκο, έλεγχος (ιδιαίτερα από αστυνομία ή δυνάμεις ασφαλείας)
検察 けんさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ποινική έρευνα, δίωξη
  2. 02 εξέταση, έρευνα, διερεύνηση
検閲 けんえつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λογοκρισία
  2. 02 επιθεώρηση, έλεγχος
検知 けんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανίχνευση
検挙 けんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη
  2. 02 εξάρθρωση, μαζική σύλληψη
検診 けんしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιατρική εξέταση (για μια συγκεκριμένη πάθηση ή νόσο), προληπτικός έλεγχος υγείας
検死 けんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νεκροψία, νεκροτομή, μεταθανάτια εξέταση
  2. 02 ιατροδικαστική εξέταση σορού για τη διαπίστωση εγκληματικής ενέργειας
検体 けんたい

ουσιαστικό

  1. 01 δείγμα, αντικείμενο προς εξέταση
検察官 けんさつかん

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελέας
検視 けんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νεκροψία, εξέταση πτώματος (για εξακρίβωση εγκλήματος)
  2. 02 διερεύνηση, έρευνα (π.χ. τόπου εγκλήματος)
検察側 けんさつがわ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελική αρχή, πλευρά της κατηγορίας
検討中 けんとうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπό διερεύνηση, υπό εξέταση, υπό επανεξέταση, σε εκκρεμότητα (απόφαση κ.λπ.), εν αναμονή επιβεβαίωσης
検問所 けんもんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο ελέγχου, φυλάκιο ελέγχου