122 αποτελέσματα για «構»

構う かまう

ρήμα

  1. 01 με νοιάζει, ενδιαφέρομαι, με απασχολεί, λαμβάνω υπόψη
  2. 02 έχει σημασία, αποτελεί πρόβλημα, προκαλώ ενόχληση
  3. 03 κάνω παρέα, φροντίζω, περιποιούμαι, διασκεδάζω, δίνω προσοχή, περνάω χρόνο
  4. 04 ανακατεύομαι, επεμβαίνω
  5. 05 πειράζω
  6. 06 απαγορεύω, εξορίζω
構える かまえる N1

ρήμα

  1. 01 στήνω (π.χ. σπίτι, κατάστημα), χτίζω, ιδρύω, λειτουργώ, συντηρώ
  2. 02 κρατώ έτοιμο (π.χ. όπλο), κρατώ σε ετοιμότητα (π.χ. κάμερα), προετοιμάζω εκ των προτέρων (π.χ. γεύμα)
  3. 03 παίρνω στάση, παίρνω θέση, στέκομαι έτοιμος, είμαι σε ετοιμότητα
  4. 04 παίρνω ύφος, υιοθετώ μια στάση
  5. 05 σκληραίνω, τεντώνομαι, γίνομαι επίσημος
  6. 06 επινοώ για να εξαπατήσω, προσποιούμαι
  7. 07 σχεδιάζω, μηχανεύομαι
構成 こうせい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνθεση, κατασκευή, σχηματισμός, σύσταση, δομή, οργάνωση
構造 こうぞう N2

ουσιαστικό

  1. 01 δομή, κατασκευή, σύνθεση, πλαίσιο, οργάνωση, σχέδιο, μοτίβο
構え かまえ

ουσιαστικό

  1. 01 δομή, κατασκευή, εμφάνιση, όψη
  2. 02 στάση, στάση σώματος (π.χ. στις πολεμικές τέχνες), πόζα
  3. 03 ετοιμότητα, αποφασιστικότητα, προετοιμασία
  4. 04 ριζικό τύπου περίκλεισης (που πρέπει να περιβάλλει τουλάχιστον δύο πλευρές του χαρακτήρα καντζί)
構築 こうちく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή, κτίσιμο, οικοδόμηση, ανέγερση, δημιουργία, διαμόρφωση, αρχιτεκτονική (συστημάτων, συμφωνιών κ.λπ.)
構図 こうず

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθεση (ζωγραφικής), διαρθρωτικό περίγραμμα, συνθετική διάταξη
構想 こうそう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχέδιο, πλάνο, ιδέα, σύλληψη, όραμα, στρατηγική
構成員 こうせいいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλη, μέλος, συστατικό στοιχείο
構内 こうない

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταστάσεις, προαύλιο, πανεπιστημιούπολη, περίβολος, περιοχή
構造物 こうぞうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή, οικοδόμημα
構造的 こうぞうてき

επίθετο

  1. 01 δομικός
構うものか かまうものか

άλλο

  1. 01 ποιος νοιάζεται;, δε δίνω δεκάρα;, τι σημασία έχει;
構造体 こうぞうたい

ουσιαστικό

  1. 01 δομή
構成要素 こうせいようそ

ουσιαστικό

  1. 01 συστατικό στοιχείο, στοιχείο, μέρος
構文 こうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 δομή πρότασης, συντακτική κατασκευή
  2. 02 σύνταξη
構ってちゃん かまってちゃん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσοχομανής, άτομο που ζητά διαρκώς την προσοχή των άλλων
構へん かまへん

άλλο

  1. 01 κανένα πρόβλημα, δεν πειράζει
構造改革 こうぞうかいかく

ουσιαστικό

  1. 01 διαρθρωτική μεταρρύθμιση, αναδιάρθρωση
構築物 こうちくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή, οικοδόμημα