35 αποτελέσματα για «様»
様子 ようす N3
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση, περίσταση, συνθήκες
- 02 εμφάνιση, όψη, ύφος, τρόπος, συμπεριφορά
- 03 σημάδι, ένδειξη
様にする ようにする
άλλο, ρήμα
- 01 φροντίζω ώστε να, βεβαιώνομαι ότι, προσπαθώ να, καταβάλλω προσπάθεια ώστε να
様 さま N1
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 κύριος, κυρία, δεσποινίδα
- 02 καθιστά μια λέξη πιο ευγενική (συνήθως σε τυποποιημένες εκφράσεις)
- 03 κατάσταση, συνθήκη, εμφάνιση, τρόπος
様に ように
άλλο
- 01 όπως, σαν
- 02 ώστε να, για να, προκειμένου να
- 03 φροντίζω να, σιγουρεύομαι να, πρέπει οπωσδήποτε να
- 04 ελπίζω, εύχομαι, μακάρι να
様々 さまざま N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 διάφορος, ποικίλος, ετερόκλητος, κάθε λογής
様 ざま
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 χάλι, ακαταστασία, δυσχερής θέση, αξιοθρήνητη κατάσταση, θλιβερό θέαμα
- 02 -κατά, -προς, -μεριά (ως επίθημα)
- 03 την ώρα που, μόλις που
- 04 τρόπος, ύφος
様になる ようになる
άλλο, ρήμα
- 01 φτάνω στο σημείο να, καταλήγω να, αρχίζω να
様な ような
άλλο
- 01 σαν, παρόμοιος με
- 02 νομίζω (ότι), έχω την αίσθηση (ότι)
- 03 μοιάζει με, δίνει την αίσθηση, είναι σαν να
様だ ようだ
άλλο
- 01 φαίνεται πως..., μοιάζει να...
- 02 είναι σαν..., είναι παρόμοιος με...
様子見 ようすみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στάση αναμονής (κατάσταση, στάση, κ.λπ.), αναμονή εξέλιξης πραγμάτων, παρακολούθηση εξελίξεων (πριν την ανάληψη δράσης)
様相 ようそう N1
ουσιαστικό
- 01 πτυχή, φάση, κατάσταση
- 02 τροπικότητα
様 よう N4
ουσιαστικό
- 01 φανερός, που μοιάζει με
- 02 τρόπος, μέθοδος
- 03 μορφή, στυλ, σχέδιο
- 04 όπως, παρόμοιος
- 05 πράγμα (σκέψη ή λόγος)
様式 ようしき N1
ουσιαστικό
- 01 στυλ, μορφή, πρότυπο
様方 さまかた
επίθημα
- 01 υπόψη, μέσω
様子を伺う ようすをうかがう
άλλο, ρήμα
- 01 περιμένω να δω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, παρακολουθώ την κατάσταση για να δω πώς θα διαμορφωθεί
様相を呈する ようそうをていする
άλλο, ρήμα
- 01 παρουσιάζω μια εικόνα, αποκτώ μια μορφή
様変わり さまがわり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ριζική αλλαγή, μεταμόρφωση
様です ようです
άλλο
- 01 φαίνεται ότι...
- 02 μοιάζει με..., είναι όμοιος με...
様付け さまづけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσθήκη του ευγενικού επιθήματος -σάμα στο όνομα κάποιου
様式美 ようしきび
ουσιαστικό
- 01 αισθητική του ύφους, ομορφιά της μορφής, ομορφιά που πηγάζει από εξευγενισμένο στυλ, ομορφιά του ύφους μιας εποχής ή περιόδου
- 02 καθιερωμένο μοτίβο, αγαπημένη στερεοτυπική φόρμουλα (στη διασκέδαση), παραδοσιακή ρουτίνα, αναμενόμενο αστείο