11 αποτελέσματα για «歪»

歪む ゆがむ N1

ρήμα

  1. 01 παραμορφώνω, στρεβλώνω, λυγίζω
  2. 02 διαστρέφομαι, παραμορφώνομαι (για άποψη, μυαλό κ.λπ.), στραβώνω
歪める ゆがめる

ρήμα

  1. 01 λυγίζω, καμπυλώνω, παραμορφώνω, στρεβλώνω
  2. 02 διαστρεβλώνω (την αλήθεια), παραποιώ, νοθεύω
  3. 03 διαφθείρω, αμαυρώνω
いびつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παραμορφωμένος, στραβός, ακανόνιστος, σκεβρωμένος
  2. 02 οβάλ, ελλειψοειδές σχήμα
  3. 03 στρογγυλό, ξύλινο δοχείο για μαγειρεμένο ρύζι
  4. 04 οβάλ κέρμα
歪み ゆがみ

ουσιαστικό

  1. 01 παραμόρφωση, διαστρέβλωση, στρέβλωση, κάμψη, απόκλιση
  2. 02 ελάττωμα (στον χαρακτήρα κάποιου), ιδιοτροπία
歪曲 わいきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμόρφωση, παραποίηση, διαστρέβλωση
歪み ひずみ

ουσιαστικό

  1. 01 παραμόρφωση, στρέβλωση, διαστρέβλωση
  2. 02 επιβλαβείς επιδράσεις, καταπόνηση, πίεση, ανισορροπία
歪む ひずむ N1

ρήμα

  1. 01 στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι, καμπυλώνομαι, στραβώνω
歪度 わいど

ουσιαστικό

  1. 01 ασυμμετρία
歪力 わいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 τάση, στρες
歪率 ひずみりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής παραμόρφωσης
  1. 01 στρεβλώνω, παραμορφώνω
  2. 02 λυγίζω, κάμπτω
  3. 03 στρεβλωμένος, παραμορφωμένος
  4. 04 διαστρεβλώνω, παραμορφώνω