127 αποτελέσματα για «残»

残る のこる N4

ρήμα

  1. 01 μένω, απομένω
残す のこす N3

ρήμα

  1. 01 αφήνω πίσω
  2. 02 αφήνω ημιτελές, δεν τελειώνω
  3. 03 φυλάω, βάζω στην άκρη, κρατάω
  4. 04 αφήνω (σε κάποιον, ειδικά μετά θάνατον), κληροδοτώ
  5. 05 μένω (στο ρινγκ), αντέχω
残念 ざんねん N4

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λυπηρός, ατυχής, απογοητευτικός, εκνευριστικός
残り のこり N3

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο, απομεινάρι, τα υπόλοιπα, ό,τι έχει απομείνει, περισσεύματα (φαγητού)
残念ながら ざんねんながら

άλλο, επίρρημα

  1. 01 δυστυχώς, λυπηρό είναι
残酷 ざんこく N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σκληρός, βίαιος, αδίστακτος, ανελέητος, απάνθρωπος
残骸 ざんがい

ουσιαστικό

  1. 01 ερείπια, συντρίμμια, ναυάγιο, σπασμένα υπολείμματα, αποκαΐδια
残業 ざんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερωρία
残滓 ざんし

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα, κατακάθια, κατάλοιπα, απομεινάρια, υπόλειμμα
残党 ざんとう

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα, επιζώντες, πρόσφυγες, θύλακες (αντίστασης)
残念なことに ざんねんなことに

άλλο

  1. 01 δυστυχώς
残虐 ざんぎゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σκληρός, κτηνώδης, βάρβαρος
残像 ざんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταείδωλο
残忍 ざんにん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βάναυσος, σκληρός, ανελέητος, αδυσώπητος, ψυχρός
残り少ない のこりすくない

επίθετο

  1. 01 που απομένει ελάχιστος, που έχει μείνει λίγος, που εξαντλείται, που τελειώνει, ανεπαρκής
残念に思う ざんねんにおもう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μετανοώ, λυπάμαι, αισθάνομαι λύπη για κάτι
ざん

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 υπόλοιπο, το υπόλοιπο, ό,τι απομένει
残留 ざんりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή πίσω, υπόλοιπος, υπολειμματικός
残存 ざんぞん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβίωση, παραμονή, ύπαρξη, το να απομένει κάποιος ή κάτι
残り香 のこりが

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπη μυρωδιά, παρατεταμένο άρωμα, απομεινάρι αρώματος