108 αποτελέσματα για «注»

注意 ちゅうい N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσοχή, επίγνωση, μέριμνα
  2. 02 φροντίδα, προσοχή, προφύλαξη, επαγρύπνηση
  3. 03 συμβουλή, προειδοποίηση, σύσταση, υπενθύμιση
  4. 04 επίπληξη, νουθεσία, κατσάδιασμα
注ぐ そそぐ N3

ρήμα

  1. 01 ρίχνω, χύνω (μέσα)
  2. 02 ραντίζω (από πάνω), ποτίζω (π.χ. φυτά), χύνω πάνω, ψεκάζω
  3. 03 χύνω (δάκρυα)
  4. 04 συγκεντρώνω την ενέργειά μου (δύναμη, προσοχή κ.λπ.) σε, αφιερώνομαι σε, καρφώνω (τα μάτια μου) σε
  5. 05 χύνομαι σε (π.χ. ποτάμι), εκβάλλω σε, ρέω σε
  6. 06 πέφτω (για βροχή, χιόνι), καταρρέω
注ぐ つぐ N3

ρήμα

  1. 01 σερβίρω, γεμίζω (ένα κύπελλο, ένα μπολ κ.λπ.) με κάτι, μοιράζω (φαγητό ή ποτό)
注文 ちゅうもん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγγελία
  2. 02 αίτημα, απαίτηση, όρος
注文 ちゅうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σχολιασμός, επεξηγηματική σημείωση
注目 ちゅうもく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσοχή, παρατήρηση
注意深い ちゅういぶかい

επίθετο

  1. 01 προσεκτικός, επιφυλακτικός, προσεκτικός, άγρυπνος
注意を払う ちゅういをはらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω προσοχή, προσέχω
注視 ちゅうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσηλώνω το βλέμμα σε κάτι, παρατηρώ κάποιον στενά, επιτηρώ
注ぎ込む そそぎこむ

ρήμα

  1. 01 χύνω μέσα (υγρά)
  2. 02 επενδύω (χρήματα), διοχετεύω (κεφάλαια)
注目を集める ちゅうもくをあつめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω προσοχή, προσελκύω βλέμματα, κερδίζω δημοτικότητα, αποκτώ προβολή
注射 ちゅうしゃ N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένεση, εμβόλιο
注入 ちゅうにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χύσιμο, ένεση, έγχυση
注目を浴びる ちゅうもくをあびる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσελκύω την προσοχή, έρχομαι στο προσκήνιο
注意を引く ちゅういをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 τραβώ την προσοχή
ちゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σημείωση, επεξηγηματικό σχόλιο, σχόλιο
注射器 ちゅうしゃき

ουσιαστικό

  1. 01 σύριγγα, υποδερμική βελόνα, εγχυτήρας
注意事項 ちゅういじこう

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία προσοχής, θέματα που απαιτούν προσοχή, σημαντικά σημεία, ζητήματα προς εξέταση, προφυλάξεις, προτάσεις, προειδοποιήσεις
注意を促す ちゅういをうながす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εφιστώ την προσοχή κάποιου
注釈 ちゅうしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σημειώσεις, σχόλιο, παρατήρηση, επεξηγηματική υποσημείωση