43 αποτελέσματα για «焦»

焦る あせる N1

ρήμα

  1. 01 βιάζομαι, ανυπομονώ, αγχώνομαι, ανησυχώ
  2. 02 τρομάζω, πανικοβάλλομαι, ταράζομαι, ξαφνιάζομαι
焦り あせり

ουσιαστικό

  1. 01 ανυπομονησία
焦点 しょうてん N2

ουσιαστικό

  1. 01 εστία, εστιακό σημείο
  2. 02 επίκεντρο (προσοχής, μιας συζήτησης κ.λπ.), κεντρικό ζήτημα, σημείο τριβής
  3. 03 εστίαση
焦げる こげる N2

ρήμα

  1. 01 καίγομαι, απανθρακώνομαι, αρπάζω (για φαγητό)
焦燥 しょうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανυπομονησία, εκνευρισμός, απογοήτευση, ανησυχία
焦がす こがす N2

ρήμα

  1. 01 καίω, απανθρακώνω, καψαλίζω, καρβουνιάζω
焦らす じらす

ρήμα

  1. 01 πειράζω, ερεθίζω, βασανίζω με την προσμονή, κρατώ σε αγωνία
焦燥感 しょうそうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εκνευρισμός, αίσθημα ανυπομονησίας, αίσθημα ανησυχίας
焦れる じれる

ρήμα

  1. 01 ανυπομονώ, εκνευρίζομαι, αγωνιώ, δυσανασχετώ
焦がれる こがれる

ρήμα, επίθημα

  1. 01 λαχταρώ, νοσταλγώ
  2. 02 αγαπώ με πάθος
  3. 03 κάνω κάτι με ανυπομονησία, κάνω κάτι με αγωνιώδη προσμονή
焦点が合う しょうてんがあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 εστιάζω, καθαρίζει η εικόνα
焦土 しょうど

ουσιαστικό

  1. 01 καμένη γη
焦げ臭い こげくさい

επίθετο

  1. 01 μυρίζω καμένο, έχω γεύση καμένου, αναδίδω μυρωδιά καμένου
焦げ こげ

ουσιαστικό

  1. 01 κάψιμο, απανθράκωση, κάψα
  2. 02 καμένο ρύζι (στον πάτο της κατσαρόλας), τραγανό ρύζι
  3. 03 σημείο κεραμικού εφυαλώματος που έχει σκουρύνει ή γίνει καφετί κατά το ψήσιμο
焦げ目 こげめ

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι καψίματος, ψημένη επιφάνεια (π.χ. σε μια μπριζόλα)
焦れったい じれったい

επίθετο

  1. 01 εκνευριστικός, ανυπόμονος, ενοχλητικός, απογοητευτικός, ανιαρός
焦げ付く こげつく

ρήμα

  1. 01 καίγομαι και κολλοώ στο σκεύος (π.χ. ρύζι σε κατσαρόλα)
  2. 02 καθίσταμαι ανείσπρακτος (π.χ. χρέος ή δάνειο), γίνομαι ακατάσχετος
  3. 03 παραμένω στάσιμος (π.χ. χρηματιστήριο)
焦慮 しょうりょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανυπομονησία, αγωνία
焦点を当てる しょうてんをあてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εστιάζω (σε)
焦げ跡 こげあと

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι καψίματος, εγκαύματος