47 αποτελέσματα για «爪»
爪 つめ N2
ουσιαστικό
- 01 νύχι, οπλή
- 02 πέννα, πλήκτρο
- 03 άγκιστρο, κούμπωμα
爪痕 つめあと
ουσιαστικό
- 01 σημάδι από νύχι, γρατζουνιά
- 02 ουλές (π.χ. πολέμου), ίχνη (ζημιάς), καταστροφές, επιπτώσεις
爪痕 そうこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι από νύχι, αμυχή
爪楊枝 つまようじ
ουσιαστικό
- 01 οδοντογλυφίδα
爪先立ち つまさきだち
ουσιαστικό
- 01 στάση στις μύτες των ποδιών
爪牙 そうが
ουσιαστικό
- 01 νύχια και κυνόδοντες
- 02 νύχια, δόλια σχέδια, μέσα πρόκλησης βλάβης, όπλο
- 03 πιόνι, φερέφωνο, όργανο στα χέρια κάποιου
- 04 έμπιστος συνεργάτης
爪弾き つまはじき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοινωνικός αποκλεισμός, απομόνωση, περιθωριοποίηση, απόρριψη, απαξίωση
- 02 τίναγμα (του δαχτύλου, για την έκφραση αηδίας, περιφρόνησης ή αποδοκιμασίας)
爪切り つめきり
ουσιαστικό
- 01 νυχοκόπτης
爪の垢 つめのあか
άλλο, ουσιαστικό
- 01 βρωμιά κάτω από τα νύχια
- 02 ψίχουλο, ελάχιστο ίχνος (αξιοπρέπειας, κλπ.)
爪立つ つまだつ
ρήμα
- 01 στέκομαι στις μύτες των ποδιών
爪の垢を煎じて飲む つめのあかをせんじてのむ
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω παράδειγμα από κάποιον, διδάσκομαι από το παράδειγμα κάποιου, βράζω τη βρωμιά κάτω από τα νύχια (κάποιου) και την πίνω
爪先立つ つまさきだつ
ρήμα
- 01 στέκομαι στις μύτες των ποδιών
爪とぎ つめとぎ
ουσιαστικό
- 01 ακόνισμα νυχιών
- 02 ονυχοδρόμιο (για γάτες), ακονιστήρι νυχιών
爪に火をともす つめにひをともす
άλλο, ρήμα
- 01 ζω λιτά και οικονομικά, κάνω τσιγκουνιές, μετράω και το τελευταίο λεπτό, ανάβω φωτιά στα νύχια μου (για εξοικονόμηση πόρων)
爪音 つまおと
ουσιαστικό
- 01 χτύπος οπλών, ήχος κότο
爪立ち つまだち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στάση στις μύτες των ποδιών
爪印 つめいん
ουσιαστικό
- 01 αποτύπωμα αντίχειρα
爪をとぐ つめをとぐ
άλλο, ρήμα
- 01 ακονίζω τα νύχια μου
爪を噛む癖 つめをかむくせ
άλλο
- 01 συνήθεια να τρώει κανείς τα νύχια του
爪皮 つまかわ
ουσιαστικό
- 01 προστατευτικό κάλυμμα σε ξύλινο τσόκαρο (τσουμακάβα)