66 αποτελέσματα για «狂»

狂う くるう N3

ρήμα

  1. 01 τρελαίνομαι, χάνω τα λογικά μου, παραφρονώ
  2. 02 χαλάω, απορρυθμίζομαι, δυσλειτουργώ, γίνομαι ανακριβής
  3. 03 πάω στραβά (για σχέδιο ή προσδοκία), ναυαγώ, μπερδεύομαι
  4. 04 τρελαίνομαι (για κάποιον ή κάτι), ενθουσιάζομαι, ξετρελαίνομαι
狂気 きょうき

ουσιαστικό

  1. 01 τρέλα, παράνοια
きょう

επίθημα

  1. 01 μανιακός, φανατικός, θαυμαστής, λάτρης, θερμός υποστηρικτής
  2. 02 μανία, εμμονή
狂人 きょうじん

ουσιαστικό

  1. 01 τρελός, παράφρων
狂い くるい

ουσιαστικό

  1. 01 τρέλα, παραφροσύνη
  2. 02 ανωμαλία, απόκλιση, βλάβη
  3. 03 φανατισμός, φανατικός, ενθουσιώδης, παλαβός
狂乱 きょうらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μανία, παραφορά, τρέλα, αγριότητα
狂おしい くるおしい

επίθετο

  1. 01 παράφρων (από θλίψη, έρωτα κ.λπ.), τρελός, εκτός εαυτού, στα πρόθυρα της παραφροσύνης
狂わす くるわす

ρήμα

  1. 01 τρελαίνω, οδηγώ στην παραφροσύνη
  2. 02 προκαλώ δυσλειτουργία, αχρηστεύω, βγάζω εκτός λειτουργίας
  3. 03 ανατρέπω (σχέδιο κ.λπ.)
狂言 きょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 κιογκέν, φάρσα που παρουσιάζεται ανάμεσα σε θεατρικά έργα νο ή κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων ενός έργου νο
  2. 02 θεατρικό έργο καμπούκι, παράσταση καμπούκι
  3. 03 προσποίηση, τέχνασμα, κόλπο
狂犬 きょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 λύσσα, λυσσασμένος σκύλος
狂信者 きょうしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φανατικός, φανατικός πιστός, ζηλωτής
狂暴 きょうぼう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μανία, φρενίτιδα
狂喜 きょうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξέφρενη χαρά, έκσταση
狂気の沙汰 きょうきのさた

άλλο

  1. 01 παράφρονα πράξη, απίστευτη πράξη, κορύφωση της τρέλας, ενέργεια καθαρής παραφροσύνης
狂信的 きょうしんてき

επίθετο

  1. 01 φανατικός
狂喜乱舞 きょうきらんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξαλλος χορός, άγριος χορός
狂騒 きょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 μανία, ξέφρενος ενθουσιασμός
狂信 きょうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φανατισμός, ζηλωτισμός, τυφλή αφοσίωση
狂的 きょうてき

επίθετο

  1. 01 παράφρων, φανατικός
狂態 きょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 απαράδεκτη συμπεριφορά