106 αποτελέσματα για «甘»

甘い あまい N5

επίθετο

  1. 01 γλυκός, ζαχαρένιος, ζαχαρωμένος
  2. 02 ευωδιαστός (μυρωδιά), γλυκός (μουσική)
  3. 03 ελαφρά αλατισμένος, όχι πικάντικος
  4. 04 αφελής, υπερβολικά αισιόδοξος, επιεικής, γενναιόδωρος, ανεκτικός, χαλαρός, ήπιος
  5. 05 μισόκαρδος, όχι ολοκληρωμένος σωστά
  6. 06 ανεπαρκής, μη ικανοποιητικός, χαλαρός
  7. 07 ήπιος
  8. 08 δελεαστικός, σαγηνευτικός, προκλητικός
甘える あまえる N1

ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι σαν κακομαθημένο παιδί, ζητώ χάδια
  2. 02 εκμεταλλεύομαι, παίρνω θάρρος (π.χ. από την καλοσύνη κάποιου), βασίζομαι σε
甘やかす あまやかす N2

ρήμα

  1. 01 κακομαθαίνω, παραχαϊδεύω
甘く見る あまくみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποτιμώ, παίρνω αψήφιστα
甘んじる あまんじる

ρήμα

  1. 01 συμβιβάζομαι με κάτι, αποδέχομαι τη μοίρα μου, αρκούμαι σε κάτι
甘ったるい あまったるい

επίθετο

  1. 01 αισθηματικός, μελοδραματικός, γλυκανάλατος
  2. 02 λιγωτικός, υπερβολικά γλυκός
甘い声 あまいこえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γλυκιά φωνή, σαγηνευτική φωνή
甘美 かんび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γλυκός (γεύση), μελωδικός
  2. 02 γλυκός (μελωδία, όνειρο, κ.λπ.), απολαυστικός, ευχάριστος, απαλός, μελωδικός
甘酸っぱい あまずっぱい

επίθετο

  1. 01 γλυκόξινος
  2. 02 γλυκόπικρος (συναίσθημα)
甘え あまえ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική εξάρτηση από άλλους (συνήθως από κηδεμόνες ή ανωτέρους), έλλειψη αυτονομίας, θεωρούμενη αποδοχή της συμπεριφοράς κάποιου, επίκληση στην καλοσύνη άλλων, επιζήτηση προσοχής
甘味 あまみ

ουσιαστικό

  1. 01 γλύκα, γλυκιά γεύση
  2. 02 γλυκά, επιδόρπιο, γλυκό
甘えん坊 あまえんぼう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κακομαθημένο παιδί, παιδί που ζητάει συνέχεια προσοχή, παιδί που επιζητά την περιποίηση
甘い言葉 あまいことば

άλλο

  1. 01 δελεαστικά λόγια, τρυφερά λόγια, γλυκανάλατα λόγια, γλυκόλογα, μέλισσα λόγια, κολακείες, περιποιήσεις
甘噛み あまがみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παιχνιδιάρικο δάγκωμα (π.χ. από κατοικίδια), μάσημα, ελαφρύ δάγκωμα
甘やか あまやか

επίθετο

  1. 01 γλυκός (για φωνή, άρωμα, κ.λπ.)
甘ったれる あまったれる

ρήμα

  1. 01 φέρομαι σαν κακομαθημένο παιδί, γίνομαι φορτικός από κακομαθησιά, προσπαθώ να κερδίσω τη συμπάθεια κάποιου με νάζια
  2. 02 βασίζομαι στην καλοσύνη κάποιου εκμεταλλευόμενος την ανοχή του
甘味 かんみ

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκάδα, γλυκιά γεύση
  2. 02 γλυκό, επιδόρπιο, γλυκίσματα
  3. 03 γοητεία, ελκυστικότητα
  4. 04 γεύση
甘言 かんげん

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόλογα, κολακευτικά λόγια, καλοπιάσματα, κολακεία, υποκριτική συμπεριφορά
甘々 あまあま

επίθετο

  1. 01 γλυκός, ζαχαρένιος
甘受 かんじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτάσσομαι σε κάτι (απαίτηση, μοίρα κ.ά.), ανέχομαι, συμβιβάζομαι με κάτι, αποδέχομαι αδιαμαρτύρητα