40 αποτελέσματα για «畳»

たたみ N4

ουσιαστικό

  1. 01 τατάμι, ιαπωνικά ψάθινα καλύμματα δαπέδου
畳む たたむ N3

ρήμα

  1. 01 διπλώνω (ρούχα, ομπρέλα)
  2. 02 κλείνω (κατάστημα, επιχείρηση)
  3. 03 εκκενώνω
じょう

άλλο

  1. 01 τάταμι (ιδιαίτερα ως μονάδα μέτρησης επιφάνειας δωματίου, περίπου 1,82 τ.μ. ή 1,54 τ.μ.)
畳み掛ける たたみかける

ρήμα

  1. 01 δεν αφήνω περιθώριο, πιέζω για απάντηση, βομβαρδίζω με ερωτήσεις
畳敷き たたみじき

ουσιαστικό

  1. 01 στρωμένος με τατάμι
畳み込む たたみこむ

ρήμα

  1. 01 διπλώνω προς τα μέσα, αναδιπλώνω, διπλώνω και αποθηκεύω (σε ντουλάπα κ.λπ.)
  2. 02 φυλάσσω στην καρδιά μου, έχω κατά νου, συγκρατώ στη μνήμη μου
  3. 03 πράττω με ταχύτατη διαδοχή, πράττω ακατάπαυστα
畳屋 たたみや

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής ψάθινων ταταμι, έμπορος ψάθινων ταταμι
畳敷きの部屋 たたみじきのへや

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο με ψάθινα στρώματα τατάμι
畳表 たたみおもて

ουσιαστικό

  1. 01 επικάλυψη ψάθας τατάμι
畳の上で死ぬ たたみのうえでしぬ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πεθαίνω από φυσικά αίτια, πεθαίνω στο κρεβάτι μου
畳針 たたみばり

ουσιαστικό

  1. 01 βελόνα τατάμι
畳句 じょうく

ουσιαστικό

  1. 01 επανάληψη, επαναλαμβανόμενη φράση, ρεφρέν, επιφώνημα
畳数 じょうすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός τατάμι
畳まる たたまる

ρήμα

  1. 01 διπλώνομαι
畳語 じょうご

ουσιαστικό

  1. 01 επανάληψη συλλαβής (που δηλώνει πληθυντικό)
畳替え たたみがえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατάσταση ψαθών, ανανέωση επιφάνειας ψαθών
畳の上の水練 たたみのうえのすいれん

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστη θεωρητική γνώση, γνώση της θεωρίας χωρίς ικανότητα εφαρμογής στην πράξη, εξάσκηση στην κολύμβηση πάνω σε ψάθα τατάμι
畳縁 たたみべり

ουσιαστικό

  1. 01 το υφασμάτινο περιθώριο της άκρης (που επικαλύπτει) μιας ψάθας τατάμι
畳水練 たたみすいれん

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστη θεωρητική γνώση, γνώση της θεωρίας χωρίς πρακτική εφαρμογή, εξάσκηση κολύμβησης πάνω σε ψάθα τατάμι
畳床 たたみとこ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό τμήμα της ψάθας τατάμι
  2. 02 τοκονόμα με δάπεδο από τατάμι