92 αποτελέσματα για «禁»

禁止 きんし N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγόρευση, αναστολή
禁じる きんじる N1

ρήμα

  1. 01 απαγορεύω
  2. 02 καταστέλλω, συγκρατώ (π.χ. ένα συναίσθημα, το γέλιο, τα δάκρυα)
禁忌 きんき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταμπού, απαγόρευση
  2. 02 αντένδειξη
きん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση (π.χ. στο κάπνισμα), απαγορευτική διάταξη
禁断 きんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγόρευση
  2. 02 απαγορευμένος
禁物 きんもつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που πρέπει να αποφεύγεται (προσεκτικά), απαγορευμένο, κάτι που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει, απαγορευμένο πράγμα, ταμπού
禁じ得ない きんじえない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορώ να συγκρατηθώ (από το να γελάσω, να νιώσω συμπόνια κ.λπ.), δεν μπορώ να καταπνίξω (δάκρυα, θυμό κ.λπ.), δεν μπορώ να εμποδίσω τον εαυτό μου
禁煙 きんえん N3

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 αποχή από το κάπνισμα, διακοπή του καπνίσματος
  2. 02 απαγόρευση του καπνίσματος
  3. 03 απαγορεύεται το κάπνισμα
禁書 きんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση βιβλίων, απαγορευμένο βιβλίο
禁句 きんく

ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένη λέξη, επίμαχο θέμα
  2. 02 λέξεις ή φράσεις που δεν επιτρέπονται (στην ποίηση γουάκα και χάικαι)
禁ずる きんずる

ρήμα

  1. 01 απαγορεύω, απαγορεύω ρητά
  2. 02 καταστέλλω (συναίσθημα, γέλιο), συγκρατώ (π.χ. δάκρυα)
禁呪 きんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ξόρκι, επωδή, μαγική επίκληση, μαγικός τύπος
禁断症状 きんだんしょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπτώματα στερητικού συνδρόμου, σύνδρομο αποχής
禁止令 きんしれい

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση, απαγορευτική διαταγή
禁制 きんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγόρευση, περιορισμός, εμπάργκο
禁じ手 きんじて

ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένη κίνηση (στο σούμο, στο σόγκι, στο γκο, κ.λπ.), αντικανονική κίνηση, φάουλ
禁欲 きんよく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκράτεια, αυτοπεριορισμός, αγαμία, ασκητισμός, παραίτηση
禁酒 きんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχή από το αλκοόλ, εγκράτεια
  2. 02 απαγόρευση της κατανάλωσης αλκοόλ
禁止事項 きんしじこう

ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένο αντικείμενο, απαγορευμένο είδος
禁則 きんそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγόρευση