34 αποτελέσματα για «紛»
紛れる まぎれる N1
ρήμα
- 01 εξαφανίζομαι μέσα σε, χάνομαι μέσα σε, αναμειγνύομαι ανάμεσα σε
- 02 κάνω κάτι υπό την κάλυψη (σύγχυσης κ.λπ.), εκμεταλλεύομαι (τη σύγχυση κ.λπ.)
- 03 είμαι σχεδόν ίδιος, μοιάζω τόσο που προκαλώ σύγχυση
- 04 αποσπώμαι από (αρνητικά συναισθήματα κ.λπ.), ξεχνώ
- 05 αποσπώμαι από, απορροφιέμαι υπερβολικά σε
紛れもない まぎれもない
άλλο, επίθετο
- 01 αδιαμφισβήτητος, προφανής, έκδηλος, βέβαιος, πέραν πάσης αμφιβολίας
紛れ込む まぎれこむ
ρήμα
- 01 χάνομαι μέσα σε, γλιστρώ μέσα σε, αναμιγνύομαι με
紛らわす まぎらわす
ρήμα
- 01 αποσπώ (π.χ. την προσοχή), αποπροσανατολίζω, ανακουφίζω (π.χ. από πλήξη, θλίψη), πνίγω (τον πόνο), περνώ (την ώρα)
- 02 συγκαλύπτω (π.χ. τη θλίψη με ένα χαμόγελο), κρύβω, αλλάζω (την κουβέντα), μετατοπίζω (το θέμα)
紛失 ふんしつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απώλεια, χάσιμο
紛争 ふんそう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαμάχη, σύγκρουση, προβλήματα, αναταραχή, έριδα
紛らわしい まぎらわしい N1
επίθετο
- 01 ευδιάκριτα μπερδεμένος (π.χ. παρόμοιες λέξεις), εύκολα παρανοήσιμος, συγχυτικός, παραπλανητικός, διφορούμενος, αμφίσημος
紛糾 ふんきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιπλοκή, σύγχυση, αταξία, χάος, διαμάχη, σύγκρουση, πρόβλημα, καυγάς
紛い まがい
ουσιαστικό
- 01 απομίμηση, κάλπικος, -ειδής
紛うことなき まごうことなき
άλλο
- 01 αδιαμφισβήτητος, αναμφίβολος, βέβαιος, προφανής
紛れ まぎれ
ουσιαστικό
- 01 σύγχυση, περιπλοκές
- 02 κατάληψη από έντονα συναισθήματα, κρίση (π.χ. θυμού), στιγμή (π.χ. απογοήτευσης)
紛れ まぐれ
ουσιαστικό
- 01 συμπτωματική επιτυχία, τύχη, καθαρή τύχη
紛う まごう
ρήμα
- 01 συγχέομαι εύκολα (με κάτι άλλο), είμαι απαράλλαχτος, μοιάζω ακριβώς
- 02 ανακατεύομαι, βρίσκομαι σε αταξία, είμαι σε σύγχυση
紛らす まぎらす
ρήμα
- 01 αποσπώ (π.χ. τη σκέψη), αποπροσανατολίζω, ανακουφίζω (π.χ. την ανία, τη θλίψη), πνίγω (τον πόνο), περνώ (τον χρόνο)
- 02 καλύπτω (π.χ. τη θλίψη με ένα χαμόγελο), κρύβω, αλλάζω (την κουβέντα), μετατοπίζω (το θέμα)
紛争地域 ふんそうちいき
ουσιαστικό
- 01 αμφισβητούμενη περιοχή, εμπόλεμη ζώνη
紛々 ふんぷん
άλλο, επίρρημα
- 01 μπερδεμένος, διασκορπισμένος, διαφορετικός, ποικίλος
紛乱 ふんらん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύγχυση, αναταραχή
紛失物 ふんしつぶつ
ουσιαστικό
- 01 απωλεσθέν αντικείμενο, χαμένο αντικείμενο
紛擾 ふんじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναταραχή, προβλήματα, διαμάχη
紛失届 ふんしつとどけ
ουσιαστικό
- 01 δήλωση απώλειας αντικειμένου