20 αποτελέσματα για «綱»

つな N2

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινί, σκοινί, σπάγκος
  2. 02 πλεκτή ζώνη μεγάλου πρωταθλητή σούμο
綱渡り つなわたり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχοινοβασία, ακροβατικά σε τεντωμένο σχοινί
  2. 02 βάδιση σε τεντωμένο σχοινί, ισορροπία σε λεπτό πάγο, επικίνδυνος ελιγμός ισορροπίας
綱引き つなひき

ουσιαστικό

  1. 01 διελκυστίνδα
  2. 02 συρτης (αυτός που τραβάει ένα ρίκσο)
綱領 こうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό σχέδιο, κύρια σημεία, περίληψη, προγραμματική διακήρυξη (π.χ. για μια εκστρατεία), δήλωση αποστολής
綱紀粛正 こうきしゅくせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβολή υπηρεσιακής πειθαρχίας, αυστηροποίηση της πειθαρχίας, εξάλειψη της διαφθοράς μεταξύ των κυβερνητικών αξιωματούχων
綱紀 こうき

ουσιαστικό

  1. 01 έννομη τάξη, πειθαρχία
綱手 つなで

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινί πρόσδεσης
こう

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη, κατηγορία
綱目 こうもく

ουσιαστικό

  1. 01 κύριο σημείο και λεπτομέρειες
綱要 こうよう

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχεία, βασικά σημεία, περίγραμμα
綱を張る つなをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι γιοκοζούνα, είμαι γιοκοζούνα
綱具 つなぐ

ουσιαστικό

  1. 01 αρματωσιά
綱梯子 つなばしご

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινένια σκάλα, ανεμόσκαλα, σχοινένια σκάλα πλοίου
綱取り つなとり

ουσιαστικό

  1. 01 προσπάθεια ενός παλαιστή οζέκι να φτάσει στον βαθμό του γιοκοζούνα, το να πληροί κανείς τις προϋποθέσεις για προαγωγή στον βαθμό του γιοκοζούνα
綱常 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηθικός κώδικας, ηθικές αρχές
綱紀紊乱 こうきびんらん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλάρωση της υπηρεσιακής πειθαρχίας, διατάραξη της δημόσιας τάξης
綱締め つなしめ

ουσιαστικό

  1. 01 δέσιμο του σχοινιού
綱打ち式 つなうちしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή κατασκευής του τσουναούτσι (ιερό σχοινί)
綱鳥 つなどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
  1. 01 ναυτικό χοντρό σκοινί, κάβος
  2. 02 είδος, γένος (βιολογία)
  3. 03 σκοινί
  4. 04 κορδόνι, σπάγκος
  5. 05 καλώδιο, συρματόσχοινο