22 αποτελέσματα για «綴»

綴る つづる

ρήμα

  1. 01 συλλαβίζω, γράφω σωστά
  2. 02 γράφω, συνθέτω, διατυπώνω
  3. 03 δένω, βιβλιοδετώ (π.χ. έγγραφα), μπαλώνω, ράβω μαζί, συνενώνω με βελονιά
綴じる とじる N3

ρήμα

  1. 01 βιβλιοδετώ, αρχειοθετώ
  2. 02 ολοκληρώνω (ένα φαγητό) προσθέτοντας χτυπημένο αυγό στον ζωμό
  3. 03 ράβω, συνδέω με βελονιά
綴り つづり

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογραφία
  2. 02 ντοσιέ, μπλοκ, δέσμη, βιβλιοδεσία
綴り方 つづりかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος λογοτεχνικής σύνθεσης
  2. 02 τρόπος συλλαβισμού, ορθογραφία
  3. 03 σχολική έκθεση
綴じ込み とじこみ

ουσιαστικό

  1. 01 ντοσιέ, φάκελος (για τη συγκράτηση εγγράφων)
綴り合わせる つづりあわせる

ρήμα

  1. 01 συνδέω, ενώνω
綴字 ていじ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογραφία
綴じ合わせる とじあわせる

ρήμα

  1. 01 συρράπτω, δένω μαζί (π.χ. τις σελίδες ενός βιβλίου), ράβω, κολλάω με ταινία, συνενώνω με βελονιές
綴じ込む とじこむ

ρήμα

  1. 01 αρχειοθετώ, καταχωρίζω σε φάκελο
  2. 02 βιβλιοδετώ, προσθέτω ανάμεσα σε σελίδες
綴じ本 とじほん

ουσιαστικό

  1. 01 δεμένο βιβλίο
綴り字 つづりじ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογραφία
綴れ織り つづれおり

ουσιαστικό

  1. 01 ταπισερί (χειροποίητη υφαντή)
綴字法 ていじほう

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνες ορθογραφίας, ορθογραφικό σύστημα
綴じ目 とじめ

ουσιαστικό

  1. 01 ραφή
綴じ糸 とじいと

ουσιαστικό

  1. 01 νήμα βιβλιοδεσίας, κλωστή ραψίματος
綴じ蓋 とじぶた

ουσιαστικό

  1. 01 επισκευασμένο καπάκι
綴じ代 とじしろ

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο βιβλιοδεσίας, εσωτερικό περιθώριο σελίδας, περιθώριο ραφής
綴れ錦 つづれにしき

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντό μπροκάρ (χειροποίητο)
綴じ暦 とじごよみ

ουσιαστικό

  1. 01 δεμένο ημερολόγιο, ημερολόγιο σε μορφή βιβλίου
綴じ込み付録 とじこみふろく

ουσιαστικό

  1. 01 ενσωματωμένο ένθετο (σε βιβλίο, περιοδικό, κ.λπ.)