39 αποτελέσματα για «締»

締める しめる N5

ρήμα

  1. 01 δένω, στερεώνω, σφίγγω
  2. 02 φοράω (γραβάτα, ζώνη), δένω
  3. 03 συνοψίζω, αθροίζω
  4. 04 είμαι αυστηρός με, αυστηρεύω
  5. 05 οικονομώ, περικόπτω
  6. 06 αλατίζω, μαρινάρω, τουρσιάζω, ετοιμάζω (ψάρι) με αλάτι και ξίδι
  7. 07 σκοτώνω (π.χ. ψάρια, πουλερικά)
  8. 08 πιέζω έντονα, καταστέλλω, ελέγχω αυστηρά
締め付ける しめつける

ρήμα

  1. 01 σφίγγω, δένω σφιχτά, συστέλλω, συμπιέζω
  2. 02 ελέγχω αυστηρά, ασκώ πίεση, πιέζω (π.χ. την οικονομία), καταπιέζω
締め上げる しめあげる

ρήμα

  1. 01 σφίγγω δυνατά (π.χ. γύρω από το λαιμό, το λαιμό), περισφίγγω, στριμώχνω, δένω, στίβω, βιδώνω (π.χ. έναν λαμπτήρα)
  2. 02 πιέζω έντονα κάποιον, ασκώ αυστηρή πίεση, καταδιώκω αμείλικτα, κρατώ υπό αυστηρό έλεγχο, σφίγγω τον κλοιό
  3. 03 τακτοποιώ λογαριασμούς
締め付け しめつけ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση, σύσφιγξη, σφίξιμο, στερέωση
締め切り しめきり

ουσιαστικό

  1. 01 προθεσμία, καταληκτική ημερομηνία, πέρας
  2. 02 κλείσιμο (πόρτας, παραθύρου, κ.λπ.)
  3. 03 προσωρινό φράγμα
締めくくる しめくくる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω, φέρνω σε πέρας
  2. 02 δένω σφιχτά
  3. 03 επιβλέπω, διευθύνω
締め しめ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 δέσιμο, στερέωμα, σύσφιξη
  2. 02 σύνολο, άθροισμα
  3. 03 επίλογος (π.χ. μιας συγκέντρωσης), τέλος, ολοκλήρωση
  4. 04 τελικό γεύμα μετά από οινοποσία
  5. 05 φαγητό που παρασκευάζεται μετά από νάμπε προσθέτοντας ρύζι ή νουντλς στον ζωμό που περίσσεψε
  6. 06 προθεσμία, κλείσιμο, καταληκτική ημερομηνία
  7. 07 τεχνική στραγγαλισμού (στο τζούντο), λαβή πνιγμού
  8. 08 σημάδι κλεισίματος
  9. 09 επιμετρητής για δέσμες (ξύλων, βαμβακιού, κ.λπ.)
  10. 10 επιμετρητής για δεσμίδες 2.000 φύλλων ιαπωνικού χαρτιού γραφής
締結 ていけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύναψη, κατάρτιση (συμβολαίου), υπογραφή (συνθήκης)
  2. 02 στερέωση, σύσφιξη (όπως σε μια άρθρωση)
締め切る しめきる N2

ρήμα

  1. 01 κλείνω ερμητικά, σφραγίζω (π.χ. πίσω από κλειστές πόρτες)
  2. 02 διακόπτω, λήγω (π.χ. λόγω παρέλευσης προθεσμίας), κλείνω (π.χ. λίστα εγγραφών)
締め出す しめだす

ρήμα

  1. 01 αποκλείω, κλειδώνω έξω, εμποδίζω την είσοδο, εξαιρώ
締まり しまり

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο (κατάλληλο), κλείσιμο
  2. 02 σταθερότητα, σφίξιμο, πειθαρχία, έλεγχος
  3. 03 προσοχή (με τα χρήματα), οικονομία, λιτότητα, φειδωλότητα
  4. 04 κατάληξη, τακτοποίηση, τέλος
  5. 05 σιμάρι, περιφραγμένη γωνία, περίφραξη, περίφραξη δύο πετρών του ίδιου χρώματος σε μια γωνία
締めくくり しめくくり

ουσιαστικό

  1. 01 συμπέρασμα, τέλος, ολοκλήρωση, διευθέτηση, σύνοψη, ανακεφαλαίωση, επιστέγασμα
  2. 02 επίβλεψη, διαχείριση, έλεγχος
締め直す しめなおす

ρήμα

  1. 01 σφίγγω ξανά
締まりのない しまりのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χαλαρός, ασύντακτος, ανεπιμελής, ατημέλητος
締まりがない しまりがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χαλαρός, άνετος, ήρεμος
締め出し しめだし

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλεισμός, κλείσιμο της πόρτας, λοκ-άουτ, πάγωμα συνεργασίας
締め切り日 しめきりび

ουσιαστικό

  1. 01 χρονικό όριο, τελευταία ημέρα, προθεσμία
締まり屋 しまりや

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομολόγος, τσιγκούνης, σφιχτοχέρης
締約国 ていやくこく

ουσιαστικό

  1. 01 συμβαλλόμενο κράτος, κράτος μέλος συνθήκης
締め込む しめこむ

ρήμα

  1. 01 κλείνω μέσα, εγκλείω