16 αποτελέσματα για «繋»
繋がる つながる N3
ρήμα
- 01 συνδέομαι, είμαι συνδεδεμένος, δένομαι (μαζί)
- 02 οδηγώ σε, σχετίζομαι με
- 03 έχω συγγένεια (εξ αίματος), είμαι συγγενής
繋ぐ つなぐ N3
ρήμα
- 01 συνδέω, ενώνω
- 02 δένω, στερεώνω, περιορίζω
- 03 διατηρώ, συντηρώ, κρατώ
- 04 συνδέω (τηλεφωνική κλήση), συνδέω (κάποιον)
- 05 αντισταθμίζω (κίνδυνο), αγοράζω ή πωλώ προθεσμιακά
- 06 συνδέω (πέτρες), ενώνω (πέτρες)
繋がり つながり N2
ουσιαστικό
- 01 σύνδεση, δεσμός, σχέση
繋げる つなげる N3
ρήμα
- 01 συνδέω
- 02 δένω, προσδένω
- 03 προωθώ (τηλεφωνική κλήση)
繋ぎ止める つなぎとめる
ρήμα
- 01 δένω, προσδένω, σταθεροποιώ
- 02 εξασφαλίζω (εμπιστοσύνη, πελατεία κ.λπ.), διατηρώ (έναν υπάλληλο, το ενδιαφέρον κάποιου κ.λπ.), σώζω (τη ζωή κάποιου)
繋ぎ つなぎ
ουσιαστικό
- 01 σύνδεσμος, σύνδεση, δεσμός, επαφή
- 02 συμπλήρωμα, προσωρινή λύση (για εργασία, προϋπολογισμό κ.λπ.)
- 03 πηκτικό μέσο (π.χ. στη μαγειρική), πύκνωση, δέσιμο
- 04 αντιστάθμιση, αντιστάθμισμα κινδύνου
- 05 φόρμα εργασίας, ολόσωμη φόρμα
- 06 διάλειμμα, μεσοδιάστημα
- 07 σύνδεση
繋縛 けいばく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιορισμός, δέσμευση, περιοριστική διάταξη, σύνδεση
繋辞 けいじ
ουσιαστικό
- 01 συνδετικό ρήμα
繋駕 けいが
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζεύξη (ίππου σε άμαξα, ειδικά για αγώνα)
繋ぎかえる つなぎかえる
ρήμα
- 01 αλλάζω συνδεσμολογία (π.χ. ηλεκτρική καλωδίωση), επαναδιαμορφώνω
繋ぎ資金 つなぎしきん
ουσιαστικό
- 01 κεφάλαιο κίνησης για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών
繋ぎ飼い つなぎかい
ουσιαστικό
- 01 εκτροφή με πρόσδεση (ζώων), κτηνοτροφία σε περιορισμένο χώρο
繋駕速歩競走 けいがそくほきょうそう
ουσιαστικό
- 01 ιπποδρομία με αμαξίδιο
繋駕競走 けいがきょうそう
ουσιαστικό
- 01 ιπποδρομία με αμαξίδιο
繋牧 けいぼく
ουσιαστικό
- 01 βοσκή με πρόσδεση
繋
- 01 δένω
- 02 στερεώνω
- 03 αλυσοδένω
- 04 προσδένω
- 05 συνδέω