54 αποτελέσματα για «置»
置く おく N5
ρήμα, άλλο
- 01 βάζω, τοποθετώ
- 02 αφήνω (πίσω)
- 03 ιδρύω (έναν οργανισμό, μια εγκατάσταση, μια θέση κ.λπ.), δημιουργώ
- 04 διορίζω (κάποιον σε μια συγκεκριμένη θέση), προσλαμβάνω, απασχολώ
- 05 τοποθετώ (την εμπιστοσύνη μου, την πίστη μου κ.λπ.), έχω (κατά νου κ.λπ.)
- 06 αφήνω κάτω ένα εργαλείο (π.χ. ένα στυλό), σταματώντας έτσι αυτό που κάνω με το εργαλείο αυτό
- 07 δέχομαι (ενοίκους κ.λπ.), παρέχω κατάλυμα στο σπίτι μου
- 08 διαχωρίζω χωρικά ή χρονικά
- 09 κάνω κάτι εκ των προτέρων
- 10 αφήνω κάτι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, διατηρώ κάτι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση
置き去り おきざり
ουσιαστικό
- 01 εγκατάλειψη, λιποταξία
置いて行く おいていく
άλλο, ρήμα
- 01 αφήνω πίσω
置き換える おきかえる
ρήμα
- 01 μετακινώ, αλλάζω θέση, αναδιατάσσω
- 02 αντικαθιστώ, ανταλλάσσω, εναλλάσσω, αλλάζω, ανταλλάσσω θέσεις, υποκαθιστώ
置物 おきもの
ουσιαστικό
- 01 στολίδι, διακοσμητικό αντικείμενο
- 02 αχυράνθρωπος, αρχηγός χωρίς πραγματική εξουσία
置き場 おきば
ουσιαστικό
- 01 χώρος τοποθέτησης αντικειμένων, αποθηκευτικός χώρος, αποθήκη, καταθετήριο, αρχειοθήκη, υπόστεγο, αυλή
置いてけぼり おいてけぼり
ουσιαστικό
- 01 εγκατάλειψη κάποιου πίσω, παράτημα κάποιου, αφήσιμο κάποιου στην τύχη του
置きっぱなし おきっぱなし
ουσιαστικό
- 01 εγκατάλειψη αντικειμένου στην ίδια θέση, παραμέληση
置き忘れる おきわすれる
ρήμα
- 01 ξεχνώ κάπου, παραλείπω, αφήνω πίσω
置き土産 おきみやげ
ουσιαστικό
- 01 αποχαιρετιστήριο δώρο, ενθύμιο, κατάλοιπο
置き手紙 おきてがみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφήνω σημείωμα, σημείωμα που αφήνει πίσω του κάποιος που έχει αναχωρήσει, αποχαιρετιστήριο γράμμα
置きに おきに
άλλο, επίθημα
- 01 κάθε, ανά, σε διαστήματα, με ενδιάμεσο, με απόσταση
置いてきぼり おいてきぼり
ουσιαστικό
- 01 εγκατάλειψη κάποιου πίσω, παράτημα κάποιου, αφήσιμο κάποιου στην τύχη του
置き場所 おきばしょ
ουσιαστικό
- 01 χώρος τοποθέτησης, θέση αποθήκευσης
置き換わる おきかわる
ρήμα
- 01 αναδιατάσσομαι, μετακινούμαι, αλλάζω, αντικαθίσταμαι, ανταλλάσσομαι, εναλλάσσομαι, υποκαθίσταμαι
置換 ちかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντικατάσταση, αναπλήρωση
- 02 μετάθεση
- 03 υποκατάσταση, μετατόπιση
置けばいい おけばいい
άλλο, επίθετο
- 01 είναι εντάξει να..., είναι προτιμότερο να..., είναι αποδεκτό να...
置き時計 おきどけい
ουσιαστικό
- 01 επιτραπέζιο ρολόι (σε αντίθεση με το ρολόι χειρός)
置き去る おきさる
ρήμα
- 01 εγκαταλείπω
- 02 αφήνω πίσω
置き所 おきどころ
ουσιαστικό
- 01 μέρος για την τοποθέτηση αντικειμένων, θέση όπου αφήνεται κάτι
- 02 μέρος για να σταθεί ή να εγκατασταθεί κάποιος