46 αποτελέσματα για «肥»

肥料 ひりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοπριά, λίπασμα, κομπόστ
肥える こえる

ρήμα

  1. 01 παχαίνω, παίρνω βάρος
  2. 02 γίνομαι εύφορος (για το έδαφος)
  3. 03 γίνομαι απαιτητικός, αποκτώ λεπτό γούστο (για τον ουρανίσκο, το μάτι, το αυτί κ.λπ.)
  4. 04 πλουτίζω, αποκτώ πλούτο
肥大化 ひだいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρήξιμο, διόγκωση
肥大 ひだい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρήξιμο, διόγκωση, πάχυνση
  2. 02 υπερτροφία
肥満 ひまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παχυσαρκία, πάχος
肥沃 ひよく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύφορος, πλούσιος, παραγωγικός
こえ

ουσιαστικό

  1. 01 κοπριά, λίπασμα
肥え太る こえふとる

ρήμα

  1. 01 παχαίνω, παχυσαρκώ
肥後 ひご

ουσιαστικό

  1. 01 Χίγκο (πρώην επαρχία που βρίσκεται στη σημερινή νομαρχία Κουμαμότο)
肥やし こやし

ουσιαστικό

  1. 01 κοπριά, λίπασμα
  2. 02 κάτι που βοηθά στην εξέλιξη κάποιου στο μέλλον
肥前 ひぜん

ουσιαστικό

  1. 01 Χίζεν (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Σάγκα και Ναγκασάκι, εξαιρουμένων των νησιών Τσουσίμα και Όκι)
肥満体 ひまんたい

ουσιαστικό

  1. 01 παχύσαρκο σώμα, εύσωμη σωματική διάπλαση
肥やす こやす

ρήμα

  1. 01 λιπαίνω, εμπλουτίζω το έδαφος
肥溜め こえだめ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή συγκέντρωσης ανθρώπινων αποβλήτων (που χρησιμοποιούνται ως λίπασμα), αποθήκη κοπράνων, βόθρος, αφοδευτήριο
肥立ち ひだち

ουσιαστικό

  1. 01 ανάρρωση μετά τον τοκετό
  2. 02 ανάπτυξη (παιδιού)
肥後守 ひごのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 χιγκονόκαμι, είδος πτυσσόμενου σουγιά με μεταλλική λαβή
肥桶 こえおけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουβάς ακαθαρσιών, κάδος λυμάτων
肥満児 ひまんじ

ουσιαστικό

  1. 01 παχύσαρκο παιδί
肥育 ひいく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πάχυνση (βοοειδών, χοίρων κ.λπ.)
肥厚 ひこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πάχυνση (οργανικού ιστού, π.χ. δέρματος), υπερτροφία