13 αποτελέσματα για «舐»

舐める なめる

ρήμα

  1. 01 γλείφω, ρουφώ
  2. 02 γεύομαι, δοκιμάζω
  3. 03 βιώνω, παθαίνω (ιδιαίτερα μια δυσκολία)
  4. 04 υποτιμώ, περιφρονώ, κοροϊδεύω
  5. 05 γλείφω (για φλόγες), καίω
舐め回す なめまわす

ρήμα

  1. 01 γλείφω παντού, περνάω τη γλώσσα μου πάνω από κάτι
舐め取る なめとる

ρήμα

  1. 01 γλείφω κάτι για να το αφαιρέσω, απομακρύνω κάτι γλείφοντας
舐る ねぶる

ρήμα

  1. 01 γλείφω
舐め尽くす なめつくす

ρήμα

  1. 01 γλείφω τα πάντα, γλείφω σε όλη την επιφάνεια, γλείφω μέχρι να καθαρίσει
  2. 02 καταπίνω (για φλόγες), καταβροχθίζω (για φωτιά), σαρώνω, καταστρέφω ολοκληρωτικά
舐め舐め なめなめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γλείψιμο
舐めずる なめずる

ρήμα

  1. 01 γλείφω τα χείλη μου
舐めプレイ なめプレイ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτιμητική αντιμετώπιση ενός αντιπάλου, μη καταβολή κάθε προσπάθειας
  2. 02 γλείψιμο (ως μέρος της σεξουαλικής επαφής)
舐り箸 ねぶりばし

ουσιαστικό

  1. 01 γλείψιμο των ξυλακίων φαγητού (παράβαση της εθιμοτυπίας)
舐めプ なめプ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτιμητική χαλάρωση απέναντι σε αντίπαλο (επειδή τον θεωρείς αδύναμο), μη καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας
舐め上げる なめあげる

ρήμα

  1. 01 γλείφω μέχρι τέλους
舐め腐る なめくさる

ρήμα

  1. 01 περιφρονώ, αντιμετωπίζω με απαξίωση, χλευάζω, υποτιμώ
  2. 02 είμαι αυθάδης, είμαι αναίσχυντος, είμαι θρασύς
  1. 01 γλείφω
  2. 02 καταπίνω, ρουφάω
  3. 03 καίω, καίγομαι
  4. 04 γεύομαι, δοκιμάζω
  5. 05 υφίσταμαι
  6. 06 υποτιμώ
  7. 07 περιφρονώ, καταφρονώ