35 αποτελέσματα για «艶»

艶やか あでやか

επίθετο

  1. 01 λαμπερός, γοητευτικός, συναρπαστικά κομψός, υπέροχος, πανέμορφος, σαγηνευτικός, μαγευτικός
つや N2

ουσιαστικό

  1. 01 γυαλάδα, λάμψη, στιλπνότητα
  2. 02 μεστότητα (φωνής), νεανικότητα (π.χ. δέρματος)
  3. 03 ενδιαφέρον, γοητεία, χάρη, χρώμα, συναίσθημα
  4. 04 ειδύλλιο, έρωτας, ερωτισμός
えん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γοητευτικός, συναρπαστικός, αισθησιακός
艶やか つややか

επίθετο

  1. 01 γυαλιστερός (π.χ. μαλλιά), λείος, λαμπερός
艶っぽい つやっぽい

επίθετο

  1. 01 ερωτικός, πικάντικος, κοκεταρία
艶かしい なまめかしい

επίθετο

  1. 01 γοητευτικός, σαγηνευτικός, μαγευτικός, ερωτικός, ναζιάρικος
艶めく つやめく

ρήμα

  1. 01 γυαλίζω, είμαι στιλπνός
  2. 02 είμαι γοητευτική, φαίνομαι σέξι
艶々 つやつや

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό

  1. 01 γυαλιστερός, λαμπερός, λείος
艶然 えんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 γλυκά χαμογελαστός, όπως το χαμόγελο μιας καλλονής, ευγενικός
艶めく なまめく

ρήμα

  1. 01 ξεχειλίζω από γυναικεία γοητεία, δείχνω σαγηνευτική (για γυναίκα), είμαι σέξι, είμαι ελκυστική
  2. 02 δείχνω νέος και φρέσκος
  3. 03 είμαι κομψός, δείχνω εκλεπτυσμένος
  4. 04 έχω μια ήρεμη και συγκροτημένη εμφάνιση
艶姿 あですがた

ουσιαστικό

  1. 01 γοητευτική φιγούρα, θελκτική παρουσία
艶麗 えんれい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκθαμβωτικός (ομορφιά)
艶美 えんび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αισθησιακά όμορφος, σαγηνευτικά όμορφος, αισθησιακός
艶書 えんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικό γράμμα, ερωτική επιστολή
艶笑 えんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σαγηνευτικό χαμόγελο
  2. 02 ερωτικό χιούμορ
艶聞 えんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη για ερωτική σχέση, κουτσομπολιό για ειδύλλιο
艶出し つやだし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γυάλισμα, στίλβωση, στιλπνοποίηση
艶々しい つやつやしい

επίθετο

  1. 01 γυαλιστερός, λαμπερός
艶事 つやごと

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτική περιπέτεια, ειδύλλιο
艶福家 えんぷくか

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικάς, εραστής των γυναικών