137 αποτελέσματα για «薄»

薄い うすい N5

επίθετο

  1. 01 λεπτός (για αντικείμενο)
  2. 02 χλωμός, ανοιχτόχρωμος, αχνός
  3. 03 νερουλός, αραιός, διαλυμένος
  4. 04 αδύναμος (γεύση κ.λπ.), λίγος (στοργή κ.λπ.), μικρή (παρουσία)
  5. 05 μικρός, ελάχιστος (πιθανότητα κ.λπ.)
  6. 06 αραιός, σποραδικός, διάσπαρτος
薄暗い うすぐらい N2

επίθετο

  1. 01 αμυδρός, σκοτεινός
薄れる うすれる

ρήμα

  1. 01 ξεθωριάζω, αμυδρεύω, εξασθενώ
薄々 うすうす

επίρρημα

  1. 01 ασθενώς, ελαφρώς, αμυδρώς, λίγο
薄汚れる うすよごれる

ρήμα

  1. 01 λερώνω ελαφρώς, πιάνω μια ελαφριά βρωμιά παντού
薄情 はくじょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναίσθητος, άσπλαχνος, ψυχρός, σκληρός
薄汚い うすぎたない

επίθετο

  1. 01 βρώμικος, λερωμένος, άχαρος
薄闇 うすやみ

ουσιαστικό

  1. 01 ημίφως, αμυδρό φως
薄気味悪い うすきみわるい

επίθετο

  1. 01 παράξενος, απόκοσμος, ανησυχητικός
薄手 うすで

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λεπτός (για χαρτί, ύφασμα, πορσελάνη κ.λπ.), λεπτής κατασκευής, ελαφρύς (π.χ. παλτό)
  2. 02 επιφανειακός (για γνώσεις, κριτική κ.λπ.), ρηχός, φτωχός
  3. 03 ελαφρύ τραύμα, ελαφρύ κόψιμο
薄っぺらい うすっぺらい

επίθετο

  1. 01 πολύ λεπτός, εύθραυστος, φτηνός, επιφανειακός
薄笑い うすわらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μειδίαμα, αμυδρό χαμόγελο
薄まる うすまる

ρήμα

  1. 01 εξασθενώ, αδυνατίζω
薄める うすめる N2

ρήμα

  1. 01 αραιώνω, προσθέτω νερό, λεπτύνω, ανοίγω (π.χ. ένα χρώμα), εξασθενίζω (π.χ. γεύση, ένταση κ.λπ.)
  2. 02 μετριάζω (π.χ. μια δήλωση, εντύπωση κ.λπ.), αποδυναμώνω (π.χ. ένα αποτέλεσμα), χαμηλώνω τους τόνους, κατευνάζω
薄着 うすぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαφρά ντυμένος
薄目 うすめ

ουσιαστικό

  1. 01 μισόκλειστα μάτια
薄らぐ うすらぐ

ρήμα

  1. 01 λεπταίνω, ξεθωριάζω, αχνοφέγγω
薄桃色 うすももいろ

ουσιαστικό

  1. 01 απαλό ροζ, χρώμα του ροδάκινου
薄ら うっすら

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ελαφρώς, αμυδρά, αχνά, αχνά
薄ら笑い うすらわらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμυδρό χαμόγελο