134 αποτελέσματα για «被»
被害 ひがい N3
ουσιαστικό
- 01 ζημιά, βλάβη, κακό
被害者 ひがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 θύμα, παθών, πάσχων
被る かぶる N3
ρήμα
- 01 φοράω (στο κεφάλι), καλύπτω το κεφάλι μου
- 02 καλύπτομαι (από σκόνη, χιόνι κ.λπ.), λούζομαι, καταβρέχομαι, δέχομαι νερά (για πλοίο)
- 03 επωμίζομαι (π.χ. χρέη, σφάλματα), αναλαμβάνω (ευθύνη), σηκώνω (βάρος)
- 04 επικαλύπτομαι (π.χ. ήχος ή χρώμα)
- 05 είμαι παρόμοιος, παρουσιάζω επικάλυψη (πλεονασμός)
- 06 φωτογραφίζομαι ακατάλληλα (λόγω υπερέκθεσης κ.λπ.)
- 07 κλείνω, φτάνω στο τέλος
- 08 γεμίζω, γίνομαι sold out
- 09 κάνω γκάφα, αποτυγχάνω
- 10 εξαπατώμαι
被せる かぶせる N2
ρήμα
- 01 καλύπτω (με κάτι)
- 02 τοποθετώ (π.χ. στο κεφάλι κάποιου)
- 03 περιχύνω (με υγρό), ραίνω (με υγρό)
- 04 επικαλύπτω (με μέταλλο), βάζω (οδοντική θήκη)
- 05 προσθέτω (π.χ. μουσική σε βίντεο), ενσωματώνω (σε κάτι)
- 06 διακόπτω (μιλούμενος ταυτόχρονα με κάποιον άλλον)
- 07 επιρρίπτω (ευθύνη), καταλογίζω (ευθύνη σε κάποιον)
被 ひ
ουσιαστικό
- 01 δηλώνει αυτόν που δέχεται μια ενέργεια, απόφαση κλπ., -όμενος (π.χ. εργαζόμενος, εξεταζόμενος, εντολοδόχος)
被る こうむる
ρήμα
- 01 υφίσταμαι, δέχομαι (καλοσύνη, επίπληξη, υποστήριξη), υφίσταμαι (ζημιά)
被害を受ける ひがいをうける
άλλο, ρήμα
- 01 υφίσταμαι ζημιά, δέχομαι βλάβη
被告人 ひこくにん
ουσιαστικό
- 01 κατηγορούμενος
被弾 ひだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήγμα από βλήμα, βομβαρδισμός
被告 ひこく
ουσιαστικό
- 01 κατηγορούμενος
被疑者 ひぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 ύποπτος
被害妄想 ひがいもうそう
ουσιαστικό
- 01 διωκτική μανία, παρανοϊκή ιδέα καταδίωξης, παράνοια
被さる かぶさる
ρήμα
- 01 κρέμομαι από πάνω, καλύπτω, κείμαι πάνω από κάτι, επικαλύπτω
- 02 πέφτω στους ώμους κάποιου, γίνομαι ευθύνη κάποιου, γίνομαι βάρος
被験者 ひけんしゃ
ουσιαστικό
- 01 υποκείμενο (ιατρικού πειράματος κ.λπ.), άτομο υπό δοκιμή, συμμετέχων σε δοκιμή, εξεταζόμενος
- 02 εξεταζόμενος (ολόσωμης απεικόνισης κ.λπ.)
被写体 ひしゃたい
ουσιαστικό
- 01 θέμα (φωτογραφίας)
被害届 ひがいとどけ
ουσιαστικό
- 01 υποβολή έγκλησης, καταγγελία εγκλήματος
被災地 ひさいち
ουσιαστικό
- 01 πληγείσα περιοχή, περιοχή που έχει πληγεί από καταστροφή, περιοχή που έχει υποστεί ζημιές, εμπερίστατη περιοχή
被虐 ひぎゃく
ουσιαστικό
- 01 υποφέρειν (ως αποτέλεσμα κακομεταχείρισης)
被害者が出る ひがいしゃがでる
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ θύματα, αφήνω πίσω απώλειες
被災 ひさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υφίσταμαι τις συνέπειες καταστροφής, πλήττομαι (από σεισμό, τυφώνα κ.λπ.), πέφτω θύμα