14 αποτελέσματα για «覗»
覗く のぞく N3
ρήμα
- 01 κρυφοκοιτάζω (από κλειδαρότρυπα, χαραμάδα κ.λπ.), κρυφοκοιτώ
- 02 κοιτάζω κάτω (σε χαράδρα κ.λπ.)
- 03 ρίχνω μια ματιά (σε κατάστημα, βιβλιοπωλείο κ.λπ.)
- 04 ρίχνω μια κλεφτή ματιά, ρίχνω μια γρήγορη ματιά
- 05 κοιτάζω (μέσω τηλεσκοπίου, μικροσκοπίου κ.λπ.), παρατηρώ
- 06 προεξέχω (ένα κασκόλ από γιακά κ.λπ.), ξεπροβάλλω (ο ουρανός μέσα από το φύλλωμα του δάσους κ.λπ.)
- 07 εξετάζω (μια έκφραση), μελετώ (ένα πρόσωπο)
- 08 κοιτάζω προς
覗き込む のぞきこむ
ρήμα
- 01 κοιτάζω μέσα, σκύβω για να κοιτάξω μέσα, κρυφοκοιτάζω μέσα
覗き見る のぞきみる
ρήμα
- 01 κρυφοκοιτάζω, ρίχνω μια κλεφτή ματιά
覗き見 のぞきみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρυφοκοίταγμα, κλεφτή ματιά
覗き のぞき
ουσιαστικό
- 01 κρυφοκοίταγμα, η πράξη του να κοιτάζει κανείς κρυφά
- 02 κοιτακτήριο, συσκευή με φακό προσαρμοσμένο σε βάση ή κουτί για την παρατήρηση μεγεθυμένων εικόνων
- 03 νοζόκι (στο γκο), η τοποθέτηση μιας πέτρας μπροστά από ένα σημείο σύνδεσης με σκοπό την απειλή διαχωρισμού των πετρών του αντιπάλου
覗き穴 のぞきあな
ουσιαστικό
- 01 ματάκι, θυρίδα ελέγχου, οπή επιθεώρησης, παράθυρο παρατήρησης
覗き窓 のぞきまど
ουσιαστικό
- 01 ματάκι (π.χ. σε πόρτα), παράθυρο παρατήρησης, θυρίδα θέασης
覗き魔 のぞきま
ουσιαστικό
- 01 ηδονοβλεψίας
覗き眼鏡 のぞきめがね
ουσιαστικό
- 01 συσκευή με φακό προσαρμοσμένο σε βάση ή κουτί για την προβολή μεγεθυμένων εικόνων (peep show)
- 02 υαλοστάσιο, υδροκσκόπιο, κουτί ή άλλη συσκευή με γυάλινο πάτο για την παρατήρηση του βυθού
覗き機関 のぞきからくり
ουσιαστικό
- 01 οπτικό κουτί, μηχανισμός με φακό τοποθετημένο σε βάση ή κουτί για την προβολή μεγεθυμένων εικόνων
覗き鏡 のぞきかがみ
ουσιαστικό
- 01 καθρέφτης μονής κατεύθυνσης
覗き趣味 のぞきしゅみ
ουσιαστικό
- 01 ηδονοβλεψία
覗かせる のぞかせる
ρήμα
- 01 αφήνω να φανεί εν μέρει, αποκαλύπτω στιγμιαία, επιδεικνύω εν συντομία
- 02 περνώ μερικώς το χέρι μου κάτω από το χέρι του αντιπάλου
覗
- 01 κρυφοκοιτάζω
- 02 κρυφοκοιτάζω
- 03 εμφανίζομαι