141 αποτελέσματα για «試»
試す ためす N3
ρήμα
- 01 δοκιμάζω, προσπαθώ, ελέγχω, υποβάλλω σε δοκιμασία
試合 しあい N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγώνας, παιχνίδι, αναμέτρηση, διαγωνισμός
試験 しけん N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξέταση, διαγώνισμα, τεστ
- 02 δοκιμή, πείραμα, τεστ
試みる こころみる N1
ρήμα
- 01 προσπαθώ, δοκιμάζω, επιχειρώ
試練 しれん
ουσιαστικό
- 01 δοκιμασία, δοκιμή, μαρτύριο, βάσανο
試しに ためしに
επίρρημα
- 01 δοκιμαστικά, πειραματικά
試み こころみ N1
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή, απόπειρα, πείραμα
- 02 προσπάθεια, εγχείρημα, πρωτοβουλία
試し ためし N3
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή, τεστ, απόπειρα
試行錯誤 しこうさくご
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμή και σφάλμα
試作品 しさくひん
ουσιαστικό
- 01 δοκιμαστικό προϊόν, πρωτότυπο μοντέλο
試食 ししょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμή φαγητού, γευστική δοκιμή
試作 しさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμαστική κατασκευή, πείραμα, δοκίμιο, πρωτότυπο
試着 しちゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμή ρούχων
試験を受ける しけんをうける
άλλο, ρήμα
- 01 συμμετέχω σε εξετάσεις
試合開始 しあいかいし
ουσιαστικό
- 01 έναρξη αγώνα, αρχή παιχνιδιού, σέντρα
試着室 しちゃくしつ
ουσιαστικό
- 01 δοκιμαστήριο, καμπίνα δοκιμής ρούχων
試験官 しけんかん
ουσιαστικό
- 01 εξεταστής
試合終了 しあいしゅうりょう
ουσιαστικό
- 01 λήξη αγώνα, τέλος παιχνιδιού
試験勉強 しけんべんきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προετοιμασία για εξέταση, διάβασμα για εξετάσεις
試 し
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή, πείραμα, τεστ, εξέταση, εξετάσεις, δοκιμασία